Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ορθοδοξία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ὁ Λόγος (με´) Εἰς τό ἅγιον Πάσχα, τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου*



Ἀπό τίς σωζόμενες ὁμιλίες τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἡ πρώτη1 καί ἡ τεσσαρακοστή πέμπτη2 εἶναι ἀφιερωμένες στήν ἑορτή τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Ἄν καί ἡ πρώτη εἶναι ἀρκετά σύντομη, ἐν τούτοις μαζί μέ τήν τελευταία καί πολύ ἐκτενέστερη, τήν ὁποία θά μελετήσουμε στήν συνέχεια, ἀποτελοῦν ἐξαιρετικά παραδείγματα ἐκκλησιαστικῆς ρητορικῆς, μάθημα ὀρθοδόξου θεολογίας, σημεῖο ἀναφορᾶς τῶν μεταγενεστέρων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί πηγή ἔμπνευσης τῶν ὑμνογράφων, μέ κορυφαῖο τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Δαμασκηνό. Εἰδικότερα, ὁ κανόνας ἀλλά καί διάφοροι ἄλλοι ὕμνοι τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, περιέχουν ὁλόκληρες φράσεις ἀπό τούς λόγους αὐτούς, ἐλάχιστα προσαρμοσμένες στίς ἀνάγκες τοῦ ποιητικοῦ λόγου. Γιά παράδειγμα, ἡ ἀρχή τοῦ πρώτου λόγου, «Ἀναστάσεως ἡμέρα͵ καὶ ἡ ἀρχὴ δεξιὰ, καὶ λαμπρυνθῶμεν τῇ πανηγύρει, καὶ ἀλλήλους περιπτυξώμεθα· εἴπωμεν͵, ἀδελφοὶ, καὶ τοῖς μισοῦσιν ἡμᾶς, μὴ ὅτι τοῖς δι΄ ἀγάπην τι πεποιηκόσιν͵ ἢ πεπονθόσι· συγχωρήσωμεν πάντα τῇ ἀναστάσει», ἀναπαράγεται σχεδόν αὐτολεξί στό δοξαστικό τῶν Αἴνων3· καί ἡ φράση, «Χθὲς συνεσταυρούμην Χριστῷ, σήμερον συνδοξάζομαι· χθὲς συνενεκρούμην, συζωοποιοῦμαι σήμερον· χθὲς συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι», συναντᾶται σ’ ἕνα ἀπό τά τροπάρια τῆς γ’ ὡδῆς4.

Ὀρθοδοξίας ὁ φωστήρ (Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς)*


    «Ὀρθοδοξίας ὁ φωστὴρ, Ἐκκλησίας τὸ στήριγμα καὶ διδάσκαλε, τῶν μοναστῶν ἡ καλλονὴ, τῶν θεολόγων ὑπέρμαχος ἀπροσμάχητος· Γρηγόριε θαυματουργὲ, Θεσσαλονίκης τὸ καύχημα, κῆρυξ τῆς χάριτος· ἱκέτευε διὰ παντός, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.»
    Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες καί ἀδελφοί χριστιανοί, ἑορτάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία σήμερα, δευτέρα Κυριακή τῶν Νηστειῶν, καί πανηγυρίζει τήν μνήμη τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Γρηγορίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης τοῦ Παλαμᾶ· καί στό ἀπολυτίκιόν του, τό ὁποῖο μόλις ἀναγνώσαμε, ἀντί ἄλλου ἐπαίνου, ἀπαριθμεῖ τα πνευματικά στολίδια πού κοσμοῦν τήν ζωή καί τήν προσωπικότητά του, ὅπως θά δοῦμε στήν συνέχεια. Ἡ σημερινή ἑορτή εἶναι τρόπον τινά προέκταση τῆς παρελθούσης Κυριακῆς, κατά τήν ὁποία πανηγυρίσαμε τήν ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων καί τόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας. Μάλιστα, στό «Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας», τό ὁποῖο ἀναγιγνώσκεται κατά τήν λιτάνευση τῶν ἱερῶν εἰκόνων, μετά τούς ὅρους τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, δηλαδή τήν ἐπακριβῆ διατύπωση τῆς θεολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας περί τῆς τιμῆς καί προσκυνήσεως τῶν εἰκόνων, περιλαμβάνονται οἱ ὅροι τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 1341, στήν ὁποία πρωταγωνίστησε ὁ σήμερα τιμώμενος ἅγιος.

Περί τοῦ πῶς δεῖ μεταλαμβάνειν


Καθώς ἀποκαθίσταται σταδιακῶς στήν πατρίδα μας ἡ ὁμαλότητα τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν καί τῶν ἐπαγγελματικῶν, οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καί θρησκευτικῶν δραστηριοτήτων αὐτῶν, ἐπανέρχεται, ὡς μή ὤφελε, ἀπό ἀνθρώπους πού ἀγνοοῦν τήν Ὀρθόδοξη Χριστιανική πίστη καί ζωή, ἡ συζήτηση περί τοῦ ἐνδεχομένου -κατ’ αὐτούς- κινδύνου μεταδόσεως τοῦ ἰοῦ διά τῆς μεταλήψεως τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, δηλαδή τῆς Θείας Κοινωνίας. Ἐπικεντρώνεται μάλιστα τεχνηέντως ἡ συζήτηση ὄχι στήν Θεία Κοινωνία αὐτή καθ’ αὐτή, ἀλλά στόν τρόπο τῆς μεταδόσεώς της, προβάλλοντας τούτη τήν φορά τόν ἰσχυρισμό ὅτι ἡ ἱερή Λαβίδα δύναται μέ τό σάλιο νά μεταδώσῃ ἀπό στόμα σέ στόμα τα μικρόβια. Προτείνεται δέ ἡ ἐξεύρεση «ἀσφαλοῦς» τρόπου μεταδόσεως τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ὡς δῆθεν «ἐκσυγχρονισμός» τῆς Ἐκκλησίας ἤ ὡς «προσαρμογή» στήν «νέα κανονικότητα» ἤ ἀκόμα ὡς κίνηση ποιμαντικῆς εὐθύνης καί εὐαισθησίας πρός τούς ἀσθενεστέρους στήν πίστη ἀδελφούς χριστιανούς.

Περί της Θείας Κοινωνίας


Με αφορμή τον κίνδυνο μετάδοσης ενός ιού, όχι του πρώτου ούτε του επικινδυνότερου στην ανθρώπινη ιστορία, πολύς λόγος έγινε τελευταία για την Θεία Κοινωνία. Οι λεκτικοί διαξιφισμοί δεν ωφελούν αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται. Γι αυτό είναι ανάγκη, μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης, να διευκρινισθούν τα εξής:
  1. Η Ορθόδοξη Πίστη είναι θεμελιωμένη στην σταυρική θυσία του Χριστού και στην Ανάστασή του. Όντας τέλειος Θεός, έγινε και τέλειος άνθρωπος, όμοιος κατά πάντα με εμάς, εκτός από την αμαρτία. Την νύκτα πριν από το Πάθος του, παρέδωσε ο ίδιος το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας στους μαθητές του, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον». Όπως κατά την σάρκωσή του δεν εγκατέλειψε τον ουρανό, έτσι και μετά την Ανάληψή του στους ουρανούς, ο Χριστός (τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος) βρίσκεται μεν στον ουρανό αλλά δεν εγκατέλειψε τον κόσμο. Γιατί βρίσκεται μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Η Θεία Κοινωνία είναι αυτό τούτο το σώμα και αυτό τούτο το αίμα του Χριστού. Και η πηγή της ζωής δεν περιέχει ίχνος φθοράς, ούτε είναι δυνατόν να μεταδώσει μικρόβια, όπως συνηγορεί η δισχιλιετής εμπειρία της Εκκλησίας. Όποιος κοινωνεί το σώμα και το αίμα του Χριστού «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης», γίνεται και ο ίδιος σώμα και αίμα Χριστού. Κοινωνία δίχως την Θεία Κοινωνία δεν υπάρχει, όπως δεν γίνεται ποτιστικό κανένα χωράφι, αν ποτίζεται το διπλανό.

Περί των ακτίστων ενεργειών

(Επιστολή προς το περιοδικό «Εφημέριος», η οποία δημoσιεύτηκε στο τεύχος Μαϊου - Ιουνίου 2016)

Παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τη συζήτηση που έχει διαμειφθεί τα τελευταία τρία περίπου χρόνια μέσω των σελίδων του «Εφημερίου» για τις ενέργειες του Θεού και για τον τρόπο που ενεργούν στον άνθρωπο, καθώς και τα συναφή ερωτήματα που έχουν προκύψει. Επιτρέψτε μου επιγραμματικά να αναφερθώ σε μερικά σημεία, καθότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο εν γένει προβληματισμός έχει ως αφετηρία αφ' ενός μεν την καλή πρόθεση όλων όσοι ώς σήμερα συμμετείχαν στον διάλογο, δηλαδή την αναζήτηση της διδασκαλίας της Εκκλησίας, αφ' ετέρου δε την παρανόηση ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς εκαινοτόμησε ομιλών περί του ακτίστου φωτός και των ακτίστων ενεργειών του Θεού. Η έρις, ωστόσο, του 14ου αι. μεταξύ του λατίνου μοναχού Βαρλαάμ και του μαθητή του Ακινδύνου αφ' ενός, και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά αφ’ ετέρου, δεν έθεσε για πρώτη φορά το θέμα των θείων ενεργειών αλλά αποτελεί αναζωπύρηση αρχαιότατης διαμάχης περί την Αγία Τριάδα. Έτσι, για τη διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και θείων ενεργειών μίλησαν, με αφορμή την αιρετική διδασκαλία του Ευνομίου, οι άγιοι Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Μ. Βασίλειος και Γρηγόριος Νύσης, καθώς και οι μετά από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.

«Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ΄ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι΄ αὐτοῦ» (Ιω. 3.17)

Κυριακή προ της Υψώσεως (13-9-2015)

Ραβέννα, Άγ. Βιτάλιος: ο Χριστός ένθρονος


«Οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ θεὸς τὸν υἱὸν εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ΄ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι΄ αὐτοῦ» (Ιω. 3.17)

Η σημερινή περικοπή από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, μάς προετοιμάζει για την επερχόμενη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, και μάς υπενθυμίζει τα λόγια του Χριστού για το Πάθος, την Σταύρωση και την Ανάστασή του, που έμελλαν να ακολουθήσουν. Αιτία της θυσίας του μονογενούς Υιού του Θεού είναι η άπειρη αγάπη του για τον άνθρωπο, η οποία υπαγορεύει και τον σκοπό: «ο Θεός δεν απέστειλε τον Υιό στον κόσμο για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος διά του Υιού».

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί από μόνος του; Την απάντηση στο ερώτημα αυτό προσπάθησαν να δώσουν οι φιλόσοφοι όλων των εποχών και οι ιδρυτές όλων των θρησκειών, οι οποίοι συμφωνούν ότι ο άνθρωπος έχει την τάση να τρέπει προς το κακό την προαίρεσή του και στη συνέχεια τα έργα του. Πολλοί από τους ανθρώπους της εποχής μας, είτε δηλώνουν πιστοί σε κάποια θρησκεία είτε άθρησκοι, θεωρούν ότι ο καθένας έχει τη δύναμη να σώσει μόνος του τον εαυτό του. Ακόμα κι εμείς, οι χριστιανοί, συχνά λέμε ότι τηρούμε το Ευαγγέλιο, πηγαίνουμε στην Εκκλησία και μεταλαμβάνουμε των Αχράντων Μυστηρίων «για να σώσουμε την ψυχή μας».

ΕΠΟΜΕΝΟΙ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΑΣΙ

Στήν ἐποχή μας γίνεται - ὡς μή ὤφελε – μεγάλη συζήτηση στούς θεολογικούς κύκλους γιά τήν σημασία τῶν ἔργων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας· ὁρισμένοι τόν θεωροῦν παρωχημένο, ἄλλοι πάλι ὑπεραμύνονται αὐτοῦ, σέ βαθμό νά περιβάλλουν κάθε ρήση, ἀκόμα καί σύγχρονων γεροντάδων, μέ αὐθεντία ἡ ὁποία δέν προσιδιάζει στήν Ὀρθόδοξη Παράδοση. Στήν διελκυνστίδα αὐτή στρατεύονται ἀρκετοί ἐκ τῶν πιστῶν ἀναμασώντας συνθηματικά τίς ἑκατέρωθεν διατυπούμενες θέσεις, καθότι στήν πλειονότητά τους δέν ἔχουν μελετήσει τά ἔργα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, καί ὡς ἐκ τούτου ἀγνοοῦν τόν πλοῦτο τῆς ἁγιοπατερικῆς διδασκαλίας καί τή σχέση της μέ τήν Παράδοση τῆς Μίας, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. 
Ἡ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῶν ὅρων τῶν ἁγίων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων καταδεικνείει «τήν μέσην καί βασιλικήν τρῖβον», τήν αὐθεντία τῆς Ἐκκλησίας ἀποφαινομένης ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καί τήν ἀσφάλεια τῶν πιστῶν, ὅταν βαδίζουν αὐτήν τήν ὁδό «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις πατράσι» καί «μή μεταίρoντες ὅρια, ἅ οἱ πατέρες ἔθεντο».

Προβληματισμοί αναφορικά με το κείμενο της Ραβέννας

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

Του αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα,
Ιεροκήρυκος της Ι. Μητροπόλεως Κερκύρας


Η Μικτή Θεολογική Επιτροπή διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, κατά την συνέλευση του Οκτωβρίου 2007 στην Ραβέννα της Ιταλίας, συνέταξε ένα κείμενο με τίτλο «Ἐκκλησιολογία καὶ κανονικαὶ συνέπειαι τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, Ἐκκλησιαστική Κοινωνία, Συνοδικότης καί Ἐξουσία. Ῥαβέννα, 13 Ὀκτωβρίου 2007»[1] (γνωστό και ως «Κείμενο της Ραβέννας»), το οποίο έχει προκαλέσει αρκετό θόρυβο και έχει προβληματίσει τους πιστούς, τους θεολόγους και αρκετούς εκ των ιεραρχών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολλοί εκ των οποίων μάλιστα έχουν διατυπώσει δημόσια τις θέσεις τους αναφορικά με το εν λόγω κείμενο. Η παρούσα εργασία δεν αποσκοπεί σε ανάλυση των επί μέρους θεολογικών θέσεων του κειμένου της Ραβέννας· το αρχικό της σχέδιο συνετάγη τον Οκτώβριο του 2009, λίγες ημέρες πριν την συζήτηση στην Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του ευρύτατου θέματος της πορείας των διαχριστιανικών θεολογικών διαλόγων, του ειδικότερου θέματος του κειμένου της Ραβέννας και του ενδοεκκλησιαστικού θέματος αναφορικά με την «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού»[2]· έκτοτε έχουν γραφεί πολλά, υπέρ ή κατά, και μία επιπλέον ανάλυση δεν θα προσέφερε κάτι ουσιαστικό στην παρούσα συγκυρία (Φεβρουάριος του 2015). Σκοπός της είναι αφ' ενός μεν να υπογραμμίσει μία αλήθεια η οποία συχνά παραθεωρείται, ότι δηλαδή η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει επίσημα γνώση και δεν έχει εξετάσει το κείμενο της Ραβέννας – προκειμένου αυτό να τύχει της Συνοδικής έγκρισης ή όχι - και εφόσον δεν έχει ακόμη εγκριθεί, δεν δεσμεύει την Εκκλησία της Ελλάδος· και αφ' ετέρου, αποσκοπεί στο να θέσει δύο σημεία προβληματισμού επάνω στο εν λόγω κείμενο, ένα μεθοδολογικό και ένα δογματικό με κανονικές προεκτάσεις.

Περί φιλοσοφίας


Ὁρισμοὶ τῆς φιλοσοφίας εἰσὶν ἕξ. 

α'. Φιλοσοφία ἐστὶ γνῶσις τῶν ὄντων͵ ᾗ ὄντα ἐστίν͵ ἤγουν τῆς φύσεως αὐτῶν. β'. Φιλοσοφία ἐστὶ γνῶσις θείων τε καὶ ἀνθρωπίνων πραγμάτων. γ'. Φιλοσοφία ἐστὶ μελέτη θανάτου τοῦ τε προαιρετικοῦ τοῦ τε φυσικοῦ. δ'. Φιλοσοφία ἐστὶν ὁμοίωσις θεῷ κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνθρώπῳ· ὁμοιούμεθα δὲ θεῷ κατὰ τὸ δίκαιον καὶ ὅσιον καὶ ἀγαθόν. Δίκαιον μὲν οὖν ἐστι τὸ τοῦ ἴσου διανεμητικὸν ἤτοι μήτε ἀδικεῖν μήτε ἀδικεῖσθαι μήτε λαμβάνειν πρόσωπον ἐν κρίσει͵ ἀλλ΄ ἀποδιδόναι ἑκάστῳ κατὰ τὰ ἔργα αὐτοῦ͵ ὅσιον δὲ τὸ ὑπὲρ τὸ δίκαιον ἤτοι τὸ ἀγαθὸν τὸ ἀδικούμενον ἀνέχεσθαι καὶ συγχωρεῖν τοῖς ἀδικοῦσι καὶ μᾶλλον εὐεργετεῖν αὐτούς. ε'. Φιλοσοφία ἐστὶ τέχνη τεχνῶν καὶ ἐπιστήμη ἐπιστημῶν· ἡ γὰρ φιλοσοφία ἀρχή ἐστι πάσης τέχνης͵ δι΄ αὐτῆς γὰρ πᾶσα τέχνη εὕρηται. στ'. Φιλοσοφία ἐστὶ φιλία σοφίας· σοφία δὲ ἀληθὴς ὁ θεός ἐστιν. Ἡ οὖν ἀγάπη ἡ πρὸς τὸν θεόν͵ αὕτη ἐστὶν ἡ ἀληθὴς φιλοσοφία. 

Περιγραφή της παρούσης εκκλησιαστικής καταστάσεως

Μεγάλου Βασιλείου, Διήγησις τῆς παρούσης τῶν ἐκκλησιῶν καταστάσεως
(από το έργο του «Περί του Αγίου Πνεύματος, προς Αμφιλόχιον Ικονίου»)

Απόδοση στη Νεοεληνική: π. Χερουβείμ Βελέτζας
(για το πρωτότυπο κείμενο, πατήστε εδώ)

Με τι λοιπόν να παρομοιώσουμε την παρούσα κατάσταση; Η οποία είναι όμοια με κάποιο ναυτικό πόλεμο, τον οποίο από παλαιές συγκρούσεις, αφού εξέθρεψαν πολύ θυμό ενάντια ο ένας στον άλλο, συνέστησαν κάποιοι άνδρες ναυμάχοι και πολεμόχαροι. Κοίτα λοιπόν στην εικόνα αυτή τον στόλο και από τις δύο μεριές να αντεπιτίθεται με σφοδρότητα κι έπειτα, αφού η οργή εκραγεί σε αθεράπευτο βαθμό, να διαγωνίζονται πέφτοντας και οι δυο. Βάλε με το νου σου, αν θέλεις, και βίαια θύελλα να συγκλονίζει το ναυτικό, και καταχνιά πέφτοντας συνέχεια από τα νέφη να αμαυρώνει την όραση, ώστε να μη υπάρχει πλέον καμία διάκριση ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, αφού εξαιτίας της σύγχυσης δεν διακρίνονται τα σύμβολά τους. Ας προσθέσουμε ακόμα για την παραστατικότητα της εικόνας και την θάλασσα φουσκωμένη και στρεφόμενη από τον βυθό προς τα άνω, και καταρρακτώδη βροχή να κατακρημνίζεται από τα νέφη, και τα κύματα να ορθώνονται φοβερά από την τρικυμία· έπειτα τους ανέμους από όλες τις μεριές να συμπίπτουν στο ίδιο σημείο, όλο τον στόλο να συνταράσσεται, και σε κάθε παράταξη άλλους μεν να γίνονται προδότες και να αυτομολούν εξαιτίας της αγωνίας και τους υπόλοιπους να βρίσκονται σε ανάγκη, ταυτόχρονα να ευθυγραμμίζουν τα σκάφη τα οποία παρασύρονται από τον άνεμο, και να αποκρούουν όσους εφορμούν, και να σκοτώνουν ο ένας τον άλλο εξαιτίας της στάσεως, την οποία δημιούργησε ο φθόνος προς εκείνο που υπερέχει και η επιθυμία του καθενός να επιβληθεί.

Δεν επιτρέπεται να καταριόμαστε τους αιρετικούς, αλλά μάλλον να προσευχόμαστε υπέρ αυτών

Αγ. Θεοδώρου του Στουδίτου, επιστολή προς Θεόφιλο επίσκοπο Εφέσου

(Απόδοση στην Νεοελληνική: π. Χερουβείμ Βελέτζας)

Έλαβα στα χέρια μου το γράμμα, το οποίο απέστειλε η ιερά σου κορυφή στον αδελφό μας Αθανάσιο και διαβάζοντάς την λυπήθηκα, ιερώτατέ μου πάτερ, μεγάλη λύπη, πρώτον μεν διότι ανάμεσα σε εμάς, οι οποίοι ορθοτομούμε τον λόγο της αληθείας ενάντια στην αίρεση των εικονομάχων που τώρα λυσσομανεί, συμβαίνουν διχογνωμίες και αναφύονται σχίσματα, κι έπειτα επειδή αναγκάζομαι ο ελάχιστος να διαπραγματευτώ το θέμα αντιρρητικά. Αλλά ας με συγχωρέσει η μεγαλειότης σου, μιας που ο λόγος είναι περί της αληθείας, της οποίας δεν υπάρχει τίποτα προτιμότερο ή πιο αξιοσέβαστο.

Αστερίου Ξενοπολίτου, περί τοῦ Χριστόν ὁμολογοῦντος

Μοναχοί τρεῖς συνεζήτουν περί πίστεως, και ὁ μέν εἶς ἑαυτόν ἐκάλει ζηλωτήν, τόν δέ ἔτερον οἰκουμενιστήν, ὁ δέ ἑαυτόν μέν ἑνωτικόν, τόν δέ πρῶτον φονταμενταλιστήν. Ὁ δέ τρίτος ὲσιώπα. Στραφέντες οὖν ἀμφότεροι ἠρώτουν αὐτόν, σύ τί περί σοῦ λέγεις; Ὁ δέ Χριστοῦ, φησιν, εἰμί, φρονῶ δέ ὄτι οὐκ ἔξεστι ἑαυτούς ἄλλως χαρακτηρίζειν, σχίζοντες τό σῶμα τοῦ Σωτῆρος, ἀλλά δεῖ πάντας σκοπεῖν ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθημεν, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Οὗτοι δέ ἐλοιδόρουν αὐτόν μεμφόμενοι, ὁ μέν ζηλωτής ὡς οὶκουμενιστήν εἶναι λέγων, ὁ δέ ἑνωτικός ὡς φονταμενταλιστήν .


Η τιμή προς τους Αγίους, τις εικόνες και τα τα ιερά τους λείψανα


Η τιμή και η προσκύνηση των αγίων, η σχέση των πιστών με τις ιερές τους εικόνες και τα άγια λείψανα, αλλά και αυτός ο τρόπος με τον οποίο τους επικαλούμαστε και πιστεύουμε στην μεσιτεία τους προς τον Θεό και λαμβὰνουμε τις θείες δωρεές, αποτελεί ένα από τα μοναδικά χαρακτηριστικά της Ορθοδοξίας, μιας που οι Ρωμαιοκαθολικοί περιορίζουν τις ως άνω εκδηλώσεις στο πρόσωπο της Παναγίας, ενώ οι Προτεστάντες τις απορρίπτουν συλλήβδην. Ένα από τα αρχαιότερα κείμενα, το οποίο μάλιστα αποτυπώνει με ευσύνοπτο τρόπο την ορθόδοξη θεολογία αναφορικά με το ζήτημα, διατυπώνει με ενάργεια ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης στην ομιλία του στον Άγιο μεγαλομάρτυρα Θεόδωρο, το οποίο παρουσιάζουμε σε νεοελληνική απόδοση, ενώ ακολουθεί και το πρωτότυπο κείμενο.

Theologie des icones - disputes theologiques du 16e siecle

Η Θεολογία των εικόνων στα πλαίσια του διαλόγου με τους Προτεστάντες τον 16ο αιώνα.
Ανάτυπο από τον Τόμο με τίτλο: «Φιλοτεχνία, αφιέρωμα εις τον Μητροπολίτην Γέροντα Χαλκηδόνος Αθανάσιον Παπάν», Αθήνα 2011.

(Πατήστε στον σύνδεσμο για εμφάνιση. Το κείμενο είναι στη Γαλλική)

p. Cherubin Veletzas, Theologie des icones - disputes theologiques du 16e siecle
(Texte en Francais; apuyez sur le lien suivant)
https://drive.google.com/file/d/0Bzyx-Q58fSg9N2Y4WGpNaG5LMFU/edit?usp=sharing



ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε στην αρχική του μορφή Εισήγηση στο Φροντιστήριο Κατηχητών της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, το 2010. Στην παρούσα έκδοση έχουν γίνει κάποιες διορθώσεις και συμπληρώσεις, ενώ μετά την παράθεση αποσπασμάτων από τους Πατέρες ή από τους Όρους των Οικουμενικών Συνόδων, προστέθηκε απόδοση στη νεοελληνική.

Για να κατεβάσετε ή για να εκτυπώσετε το αρχείο πατήστε εδώ

Τί είναι η Βασιλεία των Ουρανών;

Αγ. Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Σχόλια εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο:
Οὐρανῶν τε βασιλείαν ἔν τε τῷ παρόντι μάλιστα λογιζόμεθα καὶ εἶναί φαμεν ἢ τὴν ἐν ἁγιασμῷ κλῆσιν ἢ τὸ ἐν πίστει καὶ ἁγιότητι μέτρον· ὑποφαίνει γάρ τι τοιοῦτον καὶ ὁ σωτὴρ εἰπών· «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν».

Image, symbole et langue en relation avec la Trinité Sainte


(Présentation d’un article du professeur Constantin Scouteris)


Comment peut-on parler de Dieu ? Comment peut-on décrire Celui que personne n’a vu et qui est au-dessus de la pensée humaine ? Car « personne n’a jamais vu Dieu ». C’est la question principale de l’article du prof. Scouteris, qui s'interroge en outre sur la manière dont le chrétien reçoit, comprend et vit la doctrine sur la Trinité Sainte dans l'Eglise.
 Tout d’abord, l’auteur fait la distinction entre fides et ratio, entre « la sagesse de ce siècle » et « la sagesse de Dieu en mystère, la sagesse cachée »(1 Cor. 2, 6-7.), qui explique la raison d'être de tout, de l’homme et du monde entier. Ainsi, pour comprendre la nature – ou l'essence – divine, qui est hors des limites de la raison et de toute connaissance, le langage humain est inadéquat et faible. Selon saint Jean Damascène, « Dieu est infini et incompréhensible, et tout ce qui est compréhensible de Lui est Son infinité et Son incompréhensibilité » (PG 94, 800B). De cette affirmation vient la gnoséologie théologique des Pères de l’Eglise : nous ne pouvons pas parler de la nature de Dieu, mais des choses qui lui sont liées, c’est-à-dire des énergies divines par lesquelles nous connaissons Dieu, car « Ses énergies descendent à nous, bien que Sa nature reste inapprochable »(St. Basile le Grand, Epître ad Amphilochium, PG 32, 869).

La question de la paix dans la doctrine sociale de l’Eglise orthodoxe russe en comparaison avec la doctrine sociale de l’Eglise catholique

p. Cherubin Veletzas

I.
Dans les bases de la conception sociale de l’Eglise orthodoxe russe, adopté par le Synode de l’Eglise orthodoxe de Russie en 2000, la paix est traitée en liaison avec la question de la guerre1. L’articulation des thèses de ce document est la suivante :
La guerre est un événement continu dans l’histoire de l’humanité. Elle n’est que l’expression physique de la haine mortelle du frère ; elle est un mal qui émane, comme tous les maux en l’homme, de l’abus coupable du don de la liberté. Son résultat inévitable est le meurtre, condamné par Dieu.

Le charme d’ascétisme

(Résumé d'un article du professeur Constantin Delikonsantis dans l’ouvrage collectif :
« L’Orthodoxie comme proposition de la vie »)


1. La civilisation contemporaine entre contre-ascétisme et néo-ascétisme

L’auteur commence son article par l'observation que la civilisation contemporaine est eudémoniste et « consciemment anti-ascétique », puisque elle s’appuie : 1) au principe de la consommation, 2) au principe du capitalisme et 3) à la technocratie. Dans ce sens, malgré les différences parmi des civilisations, on peut parler d’une « civilisation mondiale actuelle », eudémoniste, économocratique et anti-ascétique.
Autrefois spiritualité et eudémonisme étaient des mesures contradictoires, la conviction dominante était qu’ « il faut donner du sang pour prendre de l’esprit » et que sans exercice et renoncement n’existe point de liberté. L’axe de l’éthique nouvelle, mondiale et sensualiste est l’identification de la liberté avec l’eudémonisme matériel, considérée en fonction de la quantité des besoins satisfaits. L’homme contemporain se qualifie comme « être possesseur » et non plus comme « être possesseur de logos », puisque logos, mesure, société et relations humaines sont sacrifiés à l’autel de l’envie et de la possession irraisonnables. L’homme moderne rejet le sens de la douleur, il diabolise et dénigre le moral du sacrifice et de la croix, c’est-à-dire l’ascèse, en la concernant comme une vie dehors des limites de la nature. Ainsi, ce qui était considéré par les grandes traditions des religions et par l'éthique comme compression et altération de l’homme, devient aujourd’hui fondement et sens de son existence.

Θεμέλιο και τέλος της γνώσεως είναι ο Χριστός

για την ανάγνωση του κειμένου, ίσως χρειαστεί να κατεβάσετε τη γραμματοσειρά

 Ἁγίου Κλήμεντος Ἀλεξανδρείας, Στρωματεῖς

«Ἔστιν γάρ͵ ὡς ἔπος εἰπεῖν͵ ἡ γνῶσις τελείωσίς τις ἀνθρώπου ὡς ἀνθρώπου͵ διὰ τῆς τῶν θείων ἐπιστήμης συμπληρουμένη κατά τε τὸν τρόπον καὶ τὸν βίον καὶ τὸν λόγον͵ σύμφωνος καὶ ὁμόλογος ἑαυτῇ τε καὶ τῷ θείῳ λόγῳ. διὰ ταύτης γὰρ τελειοῦται ἡ πίστις͵ ὡς τελείου τοῦ πιστοῦ ταύτῃ μόνως γιγνομένου. πίστις μὲν οὖν ἐνδιάθετόν τί ἐστιν ἀγαθόν͵ καὶ ἄνευ τοῦ ζητεῖν τὸν θεὸν ὁμολογοῦσα εἶναι τοῦτον καὶ δοξάζουσα ὡς ὄντα. ὅθεν χρή͵ ἀπὸ ταύτης ἀναγόμενον τῆς πίστεως καὶ αὐξηθέντα ἐν αὐτῇ χάριτι τοῦ θεοῦ͵ τὴν περὶ αὐτοῦ κομίσασθαι ὡς οἷόν τέ ἐστιν γνῶσιν. γνῶσιν δὲ σοφίας τῆς κατὰ διδασκαλίαν ἐγγινομένης διαφέρειν φαμέν. ᾗ μὲν γάρ τί ἐστι γνῶσις͵ ταύτῃ πάντως καὶ σοφία τυγχάνει͵ ᾗ δέ τι σοφία͵ οὐ πάντως γνῶσις. ἐν μόνῃ γὰρ τῇ τοῦ προφορικοῦ λόγου τὸ τῆς σοφίας ὄνομα φαντάζεται. πλὴν ἀλλὰ τὸ μὴ διστάσαι περὶ θεοῦ͵ πιστεῦσαι δὲ θεμέλιος γνώσεως͵ ἄμφω δὲ ὁ Χριστός͵ ὅ τε θεμέλιος ἥ τε ἐποικοδομή͵ δι΄ οὗ καὶ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ τέλη. καὶ τὰ μὲν ἄκρα οὐ διδάσκεται͵ ἥ τε ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος͵ πίστις λέγω καὶ ἡ ἀγάπη͵ ἡ γνῶσις δὲ ἐκ παραδόσεως διαδιδομένη κατὰ χάριν θεοῦ τοῖς ἀξίους σφᾶς αὐτοὺς τῆς διδασκαλίας παρεχομένοις οἷον παρακαταθήκη ἐγχειρίζεται͵ ἀφ΄ ἧς τὸ τῆς ἀγάπης ἀξίωμα ἐκλάμπει ἐκ φωτὸς εἰς φῶς. εἴρηται γὰρ τῷ ἔχοντι προστεθήσεται͵ τῇ μὲν πίστει ἡ γνῶσις͵ τῇ δὲ γνώσει ἡ ἀγάπη͵ τῇ ἀγάπῃ δὲ ἡ κληρονομία. γίνεται δὲ τοῦτο͵ ὁπόταν τις κρεμασθῇ τοῦ κυρίου διά τε πίστεως διά τε γνώσεως διά τε ἀγάπης καὶ συναναβῇ αὐτῷ ἔνθα ἐστὶν ὁ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ ἀγάπης θεὸς καὶ φρουρός· ὅθεν ἐπὶ τέλει ἡ γνῶσις παραδίδοται τοῖς εἰς τοῦτο ἐπιτηδείοις καὶ ἐγκρίτοις διὰ τὸ πλείονος παρασκευῆς καὶ προγυμνασίας δεῖσθαι καὶ πρὸς τὸ ἀκούειν τῶν λεγομένων καὶ εἰς καταστολὴν βίου καὶ εἰς τὸ ἐπὶ πλέον τῆς κατὰ νόμον δικαιοσύνης κατ΄ ἐπίστασιν προεληλυθέναι. αὕτη πρὸς τέλος ἄγει τὸ ἀτελεύτητον καὶ τέλειον͵ προδιδάσκουσα τὴν ἐσομένην ἡμῖν κατὰ τὸν θεὸν μετὰ θεῶν δίαιταν͵ ἀπολυθέντων ἡμῶν κολάσεως καὶ τιμωρίας ἁπάσης͵ ἃς ἐκ τῶν ἁμαρτημάτων εἰς παιδείαν ὑπομένομεν σωτήριον· μεθ΄ ἣν ἀπολύτρωσιν τὸ γέρας καὶ αἱ τιμαὶ τελειωθεῖσιν ἀποδίδονται͵ πεπαυμένοις μὲν τῆς καθάρσεως͵ πεπαυμένοις δὲ καὶ λειτουργίας τῆς ἄλλης͵ κἂν ἁγία ᾖ καὶ ἐν ἁγίοις· ἔπειτα καθαροὺς τῇ καρδίᾳ γενομένους κατὰ τὸ προσεχὲς τοῦ κυρίου προσμένει τῇ θεωρίᾳ τῇ ἀιδίῳ ἀποκατάστασις. καὶ θεοὶ τὴν προσηγορίαν κέκληνται͵ οἱ σύνθρονοι τῶν ἄλλων θεῶν͵ τῶν ὑπὸ τῷ σωτῆρι πρώτων τεταγμένων͵ γενησόμενοι. ταχεῖα τοίνυν εἰς κάθαρσιν ἡ γνῶσις καὶ ἐπιτήδειος εἰς τὴν ἐπὶ τὸ κρεῖττον εὐπρόσδεκτον μεταβολήν. ὅθεν καὶ ῥᾳδίως εἰς τὸ συγγενὲς τῆς ψυχῆς θεῖόν τε καὶ ἅγιον μετοικίζει καὶ διά τινος οἰκείου φωτὸς διαβιβάζει τὰς προκοπὰς τὰς μυστικὰς τὸν ἄνθρωπον͵ ἄχρις ἂν εἰς τὸν κορυφαῖον ἀποκαταστήσῃ τῆς ἀναπαύσεως τόπον͵ τὸν καθαρὸν τῇ καρδίᾳ πρόσωπον πρὸς πρόσωπον ἐπιστημονικῶς καὶ καταληπτικῶς τὸν θεὸν ἐποπτεύειν διδάξασα. ἐνταῦθα γάρ που τῆς γνωστικῆς ψυχῆς ἡ τελείωσις͵ πάσης καθάρσεώς τε καὶ λειτουργίας ὑπεκβᾶσαν σὺν τῷ κυρίῳ γίγνεσθαι͵ ὅπου ἐστὶν προσεχῶς ὑποτεταγμένη. ἡ μὲν οὖν πίστις σύντομός ἐστιν͵ ὡς εἰπεῖν͵ τῶν κατεπειγόντων γνῶσις͵ ἡ γνῶσις δὲ ἀπόδειξις τῶν διὰ πίστεως παρειλημμένων ἰσχυρὰ καὶ βέβαιος͵ διὰ τῆς κυριακῆς διδασκαλίας ἐποικοδομουμένη τῇ πίστει εἰς τὸ ἀμετάπτωτον καὶ μετ΄ ἐπιστήμης καταληπτὸν παραπέμπουσα. καί μοι δοκεῖ πρώτη τις εἶναι μεταβολὴ σωτήριος ἡ ἐξ ἐθνῶν εἰς πίστιν͵ ὡς προεῖπον͵ δευτέρα δὲ ἡ ἐκ πίστεως εἰς γνῶσιν· ἣ δέ͵ εἰς ἀγάπην περαιουμένη͵ ἐνθένδε ἤδη φίλον φίλῳ τὸ γιγνῶσκον τῷ γιγνωσκομένῳ παρίστησιν. καὶ τάχα ὁ τοιοῦτος ἐνθένδε ἤδη προλαβὼν ἔχει τὸ ἰσάγγελος εἶναι. μετὰ γοῦν τὴν ἐν σαρκὶ τελευταίαν ὑπεροχὴν ἀεὶ κατὰ τὸ προσῆκον ἐπὶ τὸ κρεῖττον μεταβάλλων͵ εἰς τὴν πατρῴαν αὐλὴν ἐπὶ τὴν κυριακὴν ὄντως διὰ τῆς ἁγίας ἑβδομάδος ἐπείγεται μονήν͵ ἐσόμενος͵ ὡς εἰπεῖν͵ φῶς ἑστὸς καὶ μένον ἀιδίως͵ πάντῃ πάντως ἄτρεπτον.