Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναχοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μοναχοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

τῶν ἀγγέλων οὗτος διέστηκεν ὁ χορὸς τῶν ἐπὶ γῆς ᾀδόντων καὶ λεγόντων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ͵ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη. ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.




Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τόν ἄγιον Ματθαῖον τόν εὐαγγελιστήν, Ὁμιλία ξη’, PG 58.643 εξ.


Τίποτα δεν ωθεί τόσο την κεφαλή και την οδηγεί στον γκρεμό· τίποτα δεν προξενεί με τέτοιο τρόπο να χάσουμε τα μέλλοντα, όσο η προσήλωση σε τούτα τα πρόσκαιρα. Και τίποτα δεν προξενεί την απόλαυση και τούτων και εκείνων, όσο από όλα να προτιμάμε εκείνα. «Ζητεῖτε γὰρ»͵ λέει ο Χριστός͵ «τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ͵ καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν». Και παρ’ όλο που αν δεν είχαμε την προσοχή μας σε αυτό, δεν έπρεπε ούτε αυτά να επιθυμούμε· τώρα όμως λαμβάνοντας εκείνα, προσλαμβάνουμε και αυτά. Και ούτε με αυτόν τον τρόπο πείθονται κάποιοι, αλλά μοιάζουν με λίθους αναίσθητους, και επιδιώκουν τις σκιές της ηδονής.

Γιατί, τί είναι γλυκύ στον παρόντα βίο; και τί τερπνό; Διότι θέλω με πολύ θάρρος να κάνω διάλογο μαζί σας σήμερα· αλλά κάντε υπομονή, για να μάθετε ότι αυτός ο βίος που μοιάζει καταπιεστικός και επαχθής, των μοναχών λέω και των εσταυρωμένων, είναι πολύ γλυκύτερος και ποθεινότερος από τούτον που φαίνεται ευχάριστος και απαλώτερος. Και μάρτυρες αυτού είστε σείς, που πολλές φορές ζητήσατε να πεθάνετε, μέσα στις περιστάσεις και στις αθυμίες που σάς είχαν κυριεύσει, κι εκείνους μακαρίσατε που είναι στα όρη και στις σπηλιές, που δεν έχουν παντρευτεί και ζούνε τον απράγμονα βίο, και άλλους που ξημεροβραδιάζουν στις τέχνες, άλλους στο στράτευμα, άλλους δε που ζούνε απλά και όπως έτυχε, και επάνω στην [θεατρική] σκηνή και στους χορούς. Διότι κι από εκεί, κι αν ακόμα νομίζουν ότι αναβλύζουν μύριες ηδονές και πηγές ευφροσύνης, γεννιούνται ωστόσο μύρια και πικρότερα βέλη. Γιατί, αν κάποιος κυριευθεί από έρωτα για καποιο από τα κορίτσια που χορεύουν εκεί, θα υποστεί ταλαιπωρίες χειρότερες από μύριες εκστρατείες και εξορίες, ζώντας χειρότερα από κάθε πόλη σε πολιορκία.

ἀρχαρίου τεττίγισμα*




Οἱ φυγάδες τοῦ κόσμου
νυχθημέρως θρηνοῦμεν
ἐν ναοῖς χρυσοποικίλτοις
-ἀλλ’ εἰς δόξαν Θεοῦ·
καί τά στίφη ὁρῶντες
κοσμικῶν συρρεόντων,
ἀναπέμπομεν ὕμνον
τῷ Ὑψίστῳ πολύν!

Περιάγοντες πόλεις
προσηλύτους ποιοῦμεν
ἡσυχίαν διάγειν
φλυαροῦντες ἀεί·
ἣν αὐτοί λησμονοῦμεν
καί ὅτι ἔξω κελλίου
μοναχός ἀπολεῖται
ὡς ἰχθύς ἐπί γῆν.

Ἐμαυτόν κατακρίνων
δός μοι δάκρυα, Μῆτερ,
ἱκετεύσατε πάντων
τῶν Ἁγίων χοροί
τῷ κριτῇ μου καί πλάστῃ
μή παρίδῃ εἰς τέλος
καί μετάνοιαν δίδῃ.
ᾯ ἡ δόξα. Ἀμήν.


 ------------- 
* Ἀρχάριος μέν διά τό «οὔπω γέγονα μοναχός», τοῦ Ἀββᾶ Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου· ὡς τέττιξ δέ φωνάς περιπλέκων, μή ἐργαζόμενος τά πρός σωτηρίαν. Εὔξασθε, ὑπέρ ἐμοῦ, ἀδελφοί. π. Χ.Β.


Τιμή αγίου μίμησις αγίου εστί


     Με πολλή χαρά πληροφορηθήκαμε οι πιστοί την αγιοκατάταξη του γέροντος Ιακώβου (Τσαλίκη) του εν Ευβοία, η μνήμη του οποίου ορίστηκε να τιμάται στις 22 Νοεμβρίου. Ήδη δε, έχουν προγραμματιστεί, σε διάφορους τόπους, ομιλίες, ημερίδες, αγρυπνίες και λοιπές λατρευτικές εκδηλώσεις προς τιμήν του νέου αμαράντου άνθους της Εκκλησίας του Χριστού. Η Εκκλησία, βέβαια, δεν κατασκευάζει αγίους, δεν «αγιοποιεί», αλλά αφουγκράζεται το κοινό αίσθημα των πιστών και προβάλλει τους ποικιλοτρόπως δοξασμένους από τον Θεό αγίους, ώστε να αποτελούν υπόδειγμα για τους πιστούς και καταφυγή και παρηγοριά στις τρικυμίες του βίου.

Ἡσυχία προκοπὴ μοναζόντων


Ἀδελφὸς ἠρώτησε γέροντα λέγων· Τί ἐστιν ἡσυχία καὶ τίς ἡ ὠφέλεια αὐτῆς; Ὁ δὲ γέρων εἶπεν αὐτῷ· Ἡσυχία ἐστὶ τὸ καθεσθῆναι ἐν κελλίῳ μετὰ γνώσεως καὶ φόβου Θεοῦ ἀπεχόμενον μνησικακίας καὶ ὑψηλοφροσύνης. Ἡ τοιαύτη ἡσυχία γεννήτριά ἐστι πασῶν τῶν ἀρετῶν καὶ φυλάσσει τὸν μοναχὸν ἀπὸ τῶν πεπυρωμένων βελῶν τοῦ ἐχθροῦ μὴ ἐῶσα αὐτὸν τιτρώσκεσθαι ὑπ΄ αὐτῶν.

Οἱ ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς τὸν μονήρη μετιόντες βίον...


τῆς ἐν Χαλκηδόνι Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Δ´ Συνόδου (451 μ.Χ.)
 
 


Κανὼν Δ´

Οἱ ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς τὸν μονήρη μετιόντες βίον, τῆς προσηκούσης ἀξιούσθωσαν τιμῆς. Ἐπειδὴ δέ τινες τῷ μοναχικῷ κεχρημένοι προσχήματι, τάς τε ἐκκλησίας, καὶ τὰ πολιτικὰ διαταράσσουσι πράγματα, περιϊόντες ἀδιαφόρως ἐν ταῖς πόλεσιν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ μοναστήρια ἑαυτοῖς συνιστᾷν ἐπιτηδεύοντες, ἔδοξε, μηδένα μὲν μηδαμοῦ οἰκοδομεῖν, μηδὲ συνιστᾷν μοναστήριον, ἢ εὐκτήριον οἶκον, παρὰ γνώμην τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου· τοὺς δὲ καθ᾿ ἑκάστην πόλιν καὶ χώραν, μονάζοντας, ὑποτετάχθαι τῷ ἐπισκόπῳ, καὶ τὴν ἡσυχίαν ἀσπάζεσθαι, καὶ προσέχειν μόνη τῇ νηστείᾳ, καὶ τῇ προσευχῇ, ἐν οἷς τόποις ἀπετάξαντο, προσκαρτεροῦντες· μήτε δὲ ἐκκλησιαστικοῖς, μήτε βιωτικοῖς παρενοχλεῖν πράγμασιν, ἢ ἐπικοινωνεῖν, καταλιμπάνοντας τὰ ἴδια μοναστήρια, εἰ μήποτε ἄρα ἐπιτραπεῖεν διὰ χρείαν ἀναγκαίαν ὑπὸ τοῦ τῆς πόλεως ἐπισκόπου· μηδένα δὲ προσδέχεσθαι ἐν τοῖς μοναστηρίοις δοῦλον ἐπὶ τῷ μονάσαι, παρὰ γνώμην τοῦ ἰδίου δεσπότου· τὸν δὲ παραβαίνοντα τοῦτον ἡμῶν τὸν ὅρον, ὡρίσαμεν ἀκοινώνητον εἶναι, ἵνα μὴ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ βλασφημῆται. Τὸν μέν τοι ἐπίσκοπον τῆς πόλεως, χρὴ τὴν δέουσαν πρόνοιαν ποιεῖσθαι τῶν μοναστηρίων.


Τήν Παναγιά νά μή τήν κάνεις ζητιάνα!

Τήν Παναγιά νά μή τήν κάνεις ζητιάνα!

χείρ Ἰωάννου ζωγράφου, 1663.
Τοιχογραφία ἀπό τό Καθολικό τῆς Ι. Μ. Ἄνω Ξενιᾶς.

Καταρρακτώδης ἔπιπτε ἡ βροχή ἐπί τοῦ δασώδους ὄρους ἐκεῖνο τό πρωινό τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1998, κατακλύζουσα τόν ἀθέατον θύλακα, εἰς τάς παρυφάς τοῦ ὁποίου, ἐπί πλατώματος ἱκανοῦ σχηματίζοντος ἀχειροποίητον ἐξώστην, ἔκειτο μονή ἀρχαία, κτισμένη κατά πώς ἔλεγον οἱ παλαιοί τήν ἐποχή τῶν Μακεδόνων. Καθημαγμένη ὑπό τῆς φθορᾶς τοῦ χρόνου, ἕνεκα τῆς καταστροφικῆς μανίας τῶν κατακτητῶν κατά τό πρόσφατον καί ἀπώτερον παρελθόν καί τῆς ἐπελθούσης ἐρημώσεως, ἀνέθαλλεν πάλιν ὑπό τάς ἀόκνους προσπαθείας τοῦ διανύοντος τήν πέμπτην δεκαετίαν τοῦ βίου του ἡγουμένου καί τῆς περί αὐτόν συναχθείσης σμικρᾶς ἀδελφότητος. Ἀλλά ἀληθινός κτήτωρ καί προστάτις τῆς μονῆς ἦτο ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, εἰς τήν ὁποίαν ἦτο ἀφιερωμένο τό Καθολικόν, τό διασωθέν τοῦ ἐμπρησμοῦ μέ δικήν της θαυματουργόν παρέμβασιν· τοῦτο δέ διηγοῦντο πολλάκις οἱ αὐτόπται μάρτυρες, εἷς προβεβηκώς ἤδη ἀδελφός τῆς μονῆς καί κάτοικοι τοῦ παραπλησίου χωρίου.

Ο καλός και ο κακός λόγος


Έλεγαν για τον αββά Μακάριο τον Αιγύπτιο ότι κάποτε ανέβαινε από την Σκήτη στο όρος της Νιτρίας και καθώς έφτασε κοντά στον τόπο, είπε στον μαθητή του «προχώρα λίγο πιο μπροστά». Και καθώς προχώρησε αυτός, συναντά κάποιον ιερέα των ειδώλων και με δυνατή φωνή ο αδελφός τού έλεγε «ε, ε, δαίμονα, πού τρέχεις;». Γυρνά εκείνος πίσω και άρχισε να τον κτυπά και τον άφησε μισοπεθαμένο, και αφού σήκωσε το ξύλο έτρεχε. Κι αφού προχώρησε λίγο τον συναντά ο αββάς Μακάριος να τρέχει και τού λέει «είθε να σωθείς, είθε να σωθείς, αγωνιστά». Κι εκείνος αφού εθαύμασε ήλθε προς αυτόν και είπε «τί καλό είδες σε εμένα, και με προσφώνησες έτσι;». Τού λέει ο γέρων «επειδή σε είδα ότι κοπιάζεις, και δεν γνωρίζεις ότι κοπιάζεις στο κενό». Τού λέει τότε κι εκείνος «κι εγώ με τον ασπασμό σου ένιωσα κατάνυξη, και έμαθα ότι είσαι με το μέρος του Θεού. Ενώ άλλος κακός μοναχός με συνάντησε και με έβρισε, κι εγώ τού έδωσα πληγές ώστε να πεθάνει». Και κατάλαβε ο γέρων ότι επρόκειτο για τον μαθητή του. Κι ο ιερέας τού κρατούσε τα πόδια κι έλεγε «δεν θα σε αφήσω, αν δεν με κάνεις μοναχό». Και ήλθαν πιο πάνω, όπου ήταν ο μοναχός, και τον σήκωσαν και τον έφεραν στην εκκλησία του όρους, και όταν είδαν (οι άλλοι μοναχοί) τον ιερέα μαζί του, απόρησαν. Και τον έκαναν μοναχό, και πολλοί ειδωλολάτρες γίνονταν χριστιανοί εξαιτίας του. Έλεγε λοιπόν ο αββάς Μακάριος ότι «ο λόγος ο κακός ακόμα και τους καλούς τους κάνει κακούς, ενώ ο καλός λόγος κάνει και τους κακούς καλούς».

Άγ. Μακάριος ο Αιγύπτιος: «ἐγὼ οὔπω γέγονα μοναχός»

῏Ηλθέ ποτε Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος ἀπὸ Σκήτεως εἰς τὸ ὄρος τῆς Νιτρίας͵ εἰς τὴν προσφορὰν τοῦ ἀββᾶ Παμβῶ· καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ γέροντες· εἰπὲ ῥῆμα τοῖς ἀδελφοῖς͵ πάτερ. ὁ δὲ εἶπεν· ἐγὼ οὔπω γέγονα μοναχός͵ ἀλλ΄ εἶδον μοναχούς· καθημένῳ γάρ μοί ποτε ἐν τῷ κελλίῳ εἰς Σκῆτιν͵ ὤχλησάν μοι οἱ λογισμοὶ λέγοντες· ἄπελθε εἰς τὴν ἔρημον͵ καὶ ἰδὲ τί βλέπεις ἐκεῖ· ἔμεινα δὲ πολεμῶν τῷ λογισμῷ πέντε ἔτη͵ λέγων͵ μήπως ἀπὸ δαιμόνων ἐστίν. καὶ ὡς ἐπέμενεν ὁ λογισμὸς͵ ἀπῆλθον εἰς τὴν ἔρημον· καὶ εὗρον ἐκεῖ λίμνην ὑδάτων͵ καὶ νῆσον ἐν μέσῳ αὐτῆς· καὶ ἦλθον τὰ κτήνη τῆς ἐρήμου πιεῖν ἐξ αὐτῆς· καὶ εἶδον ἐν μέσῳ αὐτῶν δύο ἀνθρώπους γυμνούς· καὶ ἐδειλίασε τὸ σῶμά μου· ἐνόμισα γὰρ ὅτι πνεύματά εἰσιν. αὐτοὶ δέ με ὡς εἶδον δειλιῶντα͵ ἐλάλησαν πρός με· μὴ φοβοῦ· καὶ ἡμεῖς ἄνθρωποί ἐσμεν. καὶ εἶπον αὐτοῖς· πόθεν ἐστέ͵ καὶ πῶς ἤλθετε εἰς τὴν ἔρημον ταύτην; καὶ εἶπον· ἀπὸ κοινοβίου ἐσμέν· καὶ γέγονεν ἡμῖν συμφωνία͵ καὶ ἐξήλθομεν ὧδε· ἰδοὺ τεσσαράκοντα ἔτη. καὶ ὁ μὲν εἷς Αἰγύπτιος͵ ὁ δὲ ἕτερος Λιβυκὸς ὑπάρχει. καὶ ἐπηρώτησάν με καὶ αὐτοὶ λέγοντες· πῶς ὁ κόσμος; καὶ εἰ ἔρχεται τὸ ὕδωρ κατὰ καιρὸν αὐτοῦ͵ καὶ εἰ ἔχει ὁ κόσμος τὴν εὐθηνίαν αὐτοῦ͵ καὶ εἶπον αὐτοῖς· ναί. κἀγὼ αὐτοὺς ἠρώτησα· πῶς δύναμαι γενέσθαι μοναχός; καὶ λέγουσί μοι· ἐὰν μὴ ἀποτάξηταί τις πᾶσι τοῖς τοῦ κόσμου͵ οὐ δύναται γενέσθαι μοναχός. καὶ εἶπον αὐτοῖς· ἐγὼ ἀσθενής εἰμι καὶ οὐ δύναμαι ὡς ὑμεῖς· καὶ εἶπόν μοι καὶ αὐτοί· καὶ ἐὰν οὐ δύνασαι ὡς ἡμεῖς͵ κάθου εἰς τὸ κελλίον σου͵ καὶ κλαῦσον τὰς ἁμαρτίας σου· καὶ ἠρώτησα αὐτούς· ὅταν γίνηται χειμών͵ οὐ ῥιγᾶτε; καὶ ὅταν γίνηται καῦμα͵ οὐ καίεται τὰ σώματα ὑμῶν; οἱ δὲ εἶπον· ὁ Θεὸς ἐποίησεν ἡμῖν τὴν οἰκονομίαν ταύτην· καὶ οὔτε τῷ χειμῶνι ῥιγῶμεν͵ οὔτε τῷ θέρει τὸ καῦμα ἡμᾶς ἀδικεῖ. διὰ τοῦτο εἶπον ὑμῖν͵ ὅτι οὔπω γέγονα μοναχός͵ ἀλλ΄ εἶδον μοναχούς. συγχωρήσατέ μοι͵ ἀδελφοί.

PG 34.237 - 240

Ἀστερίου Ξενοπολίτου*, περί τῶν πειρασμῶν

Δόκιμός τις, ἀναλαβών παρά τοῦ προεστῶτος διακονίαν κανδηλάπτου καί προσερχόμενος μεσονυκτίως ἐν τῷ ναῷ μόνος πρό πάντων τῶν ἀδελφῶν, ἑπειράζετο πολλά ὑπό τοῦ διαβόλου, φόβον ἐκχέοντος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ὡς δῆθεν ἐκ τοῦ σκότους προεχομένου, καί μήποτε ὁ μιαρός ὄπισθεν ἁρπάσῃ αὐτοῦ καί κρατήσῃ. Ἐντρεπόμενος δέ ὲξαγορεῦσαι τόν τοιοῦτον λογισμόν τῷ προεστῶτι, πολλάκις ἔντρομος ἔφερεν τήν διακονίαν, μέχρι τῆς διατεταγμένης ὥρας, καθ' ἥν ἅπαντες οἱ ἀδελφοί προσήρχοντο διά τήν κοινήν δέησιν καί ἱερουργίαν. Μιᾷ δέ νυκτί, ὅτε κατά τό σύνηθες ὑπό τοῦ πειρασμοῦ ἐταράττετο, καί μή δυνάμενος ἔτι τόν τρόμον φέρειν, προσέπεσεν ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου λέγων· «ἐγώγε Μητέρα σε καί προστᾶτιν ἔχω, ἐγκαταλείψας οἴκον πατρῷον καί γονεῖς καί ἀδελφούς, καί νῦν καθικετεύω σε ταύτην τήν ἀπειλήν φυγάδευσον ἀπ' ἐμοῦ τοῦ ασθενοῦς καί μή δυναμένου ἀντιστῆναι. Εἰ δέ πάλιν ἐπιτρέψῃς, καθ' ἅ σύ γιγνώσκεις καί βούλεσαι, παρακαλῶ σε, Μῆτερ, ἐμήν ψυχήν διαφύλαξον καί πᾶσαν προσβολήν πρός τό συμφέρον ποίησον». Καί παραχρῆμα, πρό τοῦ ἐκεῖνον περαιῶσαι τήν ἱκεσίαν, ἅπας ὁ φόβος καί ὁ τρόμος διελύθη, οὐ μή γε μόνον κατά τήν εἰρημένην, ἀλλ' οὐδέπω ἀπό τοῦδε ἐπανελθών.

Ὅτι μοναχοῦ ἔργον ἡ ἡσυχία ἐστι

καί περί τοῦ τόν κοσμον ἀφιέναι καί τάς φροντίδας αὐτοῦ, 
καί τούς ἄρχοντας, καί τάς πολυτελεῖς φιλοξενίας

Μεγάλου Αθανασίου, PG 28.845


Τοιοῦτος ὁ μοναχὸς͵ καὶ οὕτω χρὴ εἶναι τὸν μοναχὸν͵ ἀπεχόμενον ἀπὸ γηΐνων πραγμάτων· οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ Χριστοῦ στρατιώτην͵ ἄϋλον͵ ἀμέριμνον͵ πάσης πραγματευτικῆς ἐννοίας καὶ πράξεως ἐκτός. Ἐν τούτοις ἤτω ὁ μοναχὸς͵ μάλιστα ὁ πᾶσαν ὕλην τοῦ κόσμου τούτου καταλιπών· καὶ ἐπὶ τὰ ὡραῖα κάλλη τῆς ἡσυχίας ἡ ἄσκησις͵ ἡδὺς ὁ βίος͵ ἡ πρᾶξις τερπνή. Βούλει τοιγαροῦν͵ ἀγαπητὲ͵ τὸν μονήρη βίον ἀναλαβεῖν͵ καὶ ἐπὶ τὰ τῆς ἡσυχίας ἀποτρέχειν τρόπαια· ἄφες ἐκεῖ τὸν κόσμον καὶ τὰς τοῦ κόσμου φροντίδας͵ τάς τε ἐπὶ τούτων ἀρχάς τε καὶ ἐξουσίας͵ τουτέστι μόνος ἄϋλος ἔσο͵ ἀπαθὴς͵ πάσης ἐπιθυμίας ἐκτὸς͵ ἵνα͵ τῆς ἐκ τούτων περιστάσεως ἀλλότριος γενόμενος͵ δυνηθῇς ἡσυχάζειν καλῶς. Εἰ μὴ γάρ τις τούτων ἑαυτὸν ὑπεξάρῃ͵ οὐκ ἂν δυνηθῇ ταύτην κατορθῶσαι τὴν πολιτείαν. Τροφῶν βραχέων ἀντέχου καὶ εὐκαταφρονήτων͵ μὴ πολλῶν καὶ εὐπεριστάτων͵ ἢ μᾶλλον ἀπεριστάτων. Ἐὰν δὲ καὶ ὡς φιλοξενίας χάριν περὶ τὰ πολυτελῆ λογισμὸς γένηται͵ ἄφες τοῦτον ἐκεῖ͵ μὴ ὅλως πεισθῇς αὐτῷ· ἐνεδρεύει γάρ σε διὰ τούτου ὁ ὑπεναντίος͵ τοῦ ἀποστῆσαι τῆς ἡσυχίας. 
 

Αστερίου Ξενοπολίτου, περί τοῦ Χριστόν ὁμολογοῦντος

Μοναχοί τρεῖς συνεζήτουν περί πίστεως, και ὁ μέν εἶς ἑαυτόν ἐκάλει ζηλωτήν, τόν δέ ἔτερον οἰκουμενιστήν, ὁ δέ ἑαυτόν μέν ἑνωτικόν, τόν δέ πρῶτον φονταμενταλιστήν. Ὁ δέ τρίτος ὲσιώπα. Στραφέντες οὖν ἀμφότεροι ἠρώτουν αὐτόν, σύ τί περί σοῦ λέγεις; Ὁ δέ Χριστοῦ, φησιν, εἰμί, φρονῶ δέ ὄτι οὐκ ἔξεστι ἑαυτούς ἄλλως χαρακτηρίζειν, σχίζοντες τό σῶμα τοῦ Σωτῆρος, ἀλλά δεῖ πάντας σκοπεῖν ἀξίως περιπατῆσαι τῆς κλήσεως ἧς ἐκλήθημεν, μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ πρᾳότητος, μετὰ μακροθυμίας, ἀνεχόμενοι ἀλλήλων ἐν ἀγάπῃ, σπουδάζοντες τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Πνεύματος ἐν τῷ συνδέσμῳ τῆς εἰρήνης. Οὗτοι δέ ἐλοιδόρουν αὐτόν μεμφόμενοι, ὁ μέν ζηλωτής ὡς οὶκουμενιστήν εἶναι λέγων, ὁ δέ ἑνωτικός ὡς φονταμενταλιστήν .


Ὅτι οὐ μόνος μοναχός εστι


Μοναχός μόνος μένων οὐ μένει μόνος,
μόνῳ μυσταγωγούμενος Θεῷ τρισυποστάτω,
μονήν ποιοῦντι μυστικήν ἔνδον ἐν τῇ καρδίᾳ.

Μετά τοῦ κόσμου κοινωνός, ἀγγελικῶς διάγει, 
ἕνεκα γοῦν τῆς εὐχῆς προκρίνων ἠσυχίαν
μετανοεῖ ὡς ἑαυτός ἁμαρτωλός ὤν μόνος,
ὄνομα δέ Ἰησοῦ μανθάνει ἀεί λέγειν 
μαστίζων τόν μισόκαλον, στενάζων ἐκ καρδίας, 
μετάνοιαν ποιούμενος ὑπέρ βροτῶν ἁπάντων.