Κήρυγμα ἑορτῆς τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ* (14.9.2026)



Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ

(Γιά νά ἀκούσετε τό κήρυγμα πατῆστε ἐδῶ)
 
    Τιμᾶ καί ἑορτάζει σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀδελφοί χριστιανοί, τήν ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ., ὅταν ὁ Πατριάρχης Μακάριος ὕψωσε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ μπροστά στούς πιστούς, κατά τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στήν Ἱερουσαλήμ. Εἶχε προηγηθεῖ τό 326 ἡ εὕρεση τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ παναγίου Τάφου ἀπό τήν ἁγία Ἑλένη, ἡ ὁποία ἐν συνεχείᾳ μερίμνησε γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ. Ἔκτοτε, κάθε χρόνο ὑψώνουμε τόν τίμιο Σταυρό στό μέσον τῶν ναῶν καί τόν προσκυνοῦμε, γιατί μέ αὐτόν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός νίκησε τόν θάνατο καί προσέφερε τό σῶμα του καί τό αἷμα του τροφή τῶν πιστῶν εἰς τό διηνεκές, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».

Κήρυγμα Κυριακῆς πρό τῆς Ὑψώσεως* (13.9.2026)


Τό καύχημα τοῦ Σταυροῦ

 (Γιά νά ἀκούσετε τό κήρυγμα, πατῆστε ἐδῶ

    Στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα, ἀδελφοί χριστιανοί, ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει μία ἠχηρή διακήρυξη: «Γιά μένα», λέει, «δέν εἶναι δυνατόν νά καυχῶμαι παρά μόνο γιά τόν σταυρό τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου ὁ κόσμος σταυρώθηκε γιά μένα κι ἐγώ γιά τόν κόσμο». Εἶχε προηγουμένως δώσει τίς κατάλληλες ἀπαντήσεις στούς χριστιανούς ἐκείνους πού προέρχονταν ἀπό τούς ἰουδαίους, καί καυχῶνταν ἐπειδή εἶχαν περιτμηθεῖ σύμφωνα μέ τόν Μωσαϊκό νόμο. Αὐτό πλέον πού διαχωρίζει τόν πιστό λαό τοῦ Θεοῦ ἀπό τούς λοιπούς ἀνθρώπους, δέν εἶναι ἡ περιτομή ἀλλά ὁ σταυρός τοῦ Χριστοῦ, διά τοῦ ὁποίου ὁ Κύριος προσέφερε τόν ἑαυτό του θυσία, γιά τήν σωτηρία τοῦ κόσμου.

Κήρυγμα Κυριακῆς ιδ’ ἐπιστολῶν* (6.9.2026)

Ὁ ἀρραβῶνας τοῦ Πνεύματος

(Γιά νά ἀκούσετε τό κήρυγμα, πατῆστε ἐδῶ)

«Ἀδελφοί, ἐκεῖνος πού μᾶς στερεώνει μαζί μέ ἐσᾶς στόν Χριστό καί μᾶς ἔχρισε εἶναι ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐσφράγισε καί ἔδωσε μέσα στίς καρδιές μας τόν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος». Μέ τήν φράση αὐτή ὁ ἀπόστολος Παῦλος συνοψίζει, ἀδελφοί χριστιανοί, τό περιεχόμενο τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί ὑπενθυμίζοντας τά παρελθόντα, μᾶς βεβαιώνει γιά τά μέλλοντα. Καί πάλι, δέν μᾶς βεβαιώνει ὁ ἴδιος, ἀλλά ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος δέν μᾶς ἄφησε στήν ἄγνοια τῆς ἁμαρτίας, ἀλλά εὐδόκησε νά σαρκωθεῖ ὁ μονογενής του Υἱός, νά κηρύξει, νά σταυρωθεῖ, νά ἀναστηθεῖ καί νά μᾶς στερεώνει ἐν Χριστῷ.

Ὁ Κύριος ἀπουσιάζει


{ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ἄν καί κατά κανόνα δέν φιλοξενοῦμε κείμενα τρίτων, τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ κέντρισε τήν προσοχή μας μέ τήν ἁπλότητα καί τήν εὐθύτητα πού τό διακρίνει, ἰδιαιτέρως ἐπειδή δέν εἶναι γραμμένο ἀπό κληρικό ἤ θεολόγο. Εὐχαριστοῦμε τόν συγγραφέα γιά τήν εὐγενική ἄδεια τῆς ἀναπαραγωγῆς.]

Ὁ Κύριος ἀπουσιάζει

Μανώλης Κοττάκης Δεκ 25, 2025

Διανύουμε μία περίοδο τοῦ χρόνου πού ἐκπαιδεύουμε τούς ἑαυτούς μας στό ὄνειρο, στήν φιλοδοξία, στήν ἐλπίδα, στήν προοπτική ὅτι τά πράγματα θά ἀλλάξουν. Πώς ὅ,τι μᾶς ἐνοχλεῖ θά τό ἀφήσουμε πίσω μας μαζί μέ τήν χρονιά πού φεύγει. Ἀπό συνήθεια ὅλα αὐτά. Συνήθως διαψευδόμαστε, μᾶς προκαλεῖ ἔκπληξη ὅταν ἐπιβεβαιωνόμαστε. Μά τό μέγα θέμα τῆς περιόδου αὐτῆς εἶναι πώς εἶναι ἄδειες οἱ ψυχές μας καί μετά πώς εἶναι ἄδειες οἱ τσέπες.
Φτιάξαμε ἕναν κόσμο ὁ ὁποῖος εἶναι δομημένος πάνω στήν ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ καί στήν ἐπικράτηση τοῦ δυτικοῦ ὀρθολογισμοῦ, ἀλλά τόσα χρόνια καταλαβαίνουμε ὅτι αὐτός ὁ κόσμος, ὁ κόσμος τοῦ ὀρθοῦ λόγου πού βασίζεται μόνο στά διδάγματα τῆς ἐπιστήμης, κατέστησε τόν ἄνθρωπο ἀνυπόληπτη ὕπαρξη. Σκύβαλο ἀλαλάζον, παρηκμασμένο, διεφθαρμένο, τεμπέλικο, ἕτοιμο νά παραιτηθεῖ ἀπό τήν εὐφυΐα του γιά χάρη κάποιας μηχανῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης.

«ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α', 3)

Ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ. Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου (11ος αἰ.)


«Ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ. Σπήλαιον καὶ ἔσω εἰς τὸ δεξιόν μέρος ἡ Θεοτόκος γονατιστὴ καὶ βάνουσα τὸν Χριστὸν ὡς βρέφος σπαργανωμένον μέσα εἰς τὴν φάτνην, καὶ ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ γονατισμένος, ἔχων τὰ χέρια σταυρωμένα ἐμπρὸς στὸ στῆθος του· καὶ ὄπισθεν τῆς φάτνης ἕνα βοΐδιον καὶ ἕνα ἄλογον, βλέποντα πρὸς τὸν Χριστόν· καὶ ἔξωθεν τοῦ σπηλαίου πρόβατα καὶ ποιμένες, ὁ ἕνας λαλῶν αὐλόν καὶ ἕτεροι βλέποντες ἄνω μετά φόβου· καὶ ἐπάνωθεν αὐτῶν εἷς ἄγγελος εὐλογῶν αὐτούς· καὶ ἀπό τὸ ἄλλο μέρος οἱ μάγοι μετὰ βασιλικῆς στολῆς καθήμενοι ἐπάνω εἰς ἄλογα καὶ δεικνύοντες ἀλλήλοις τὸν ἀστέρα· καὶ ἐπάνωθεν τοῦ σπηλαίου πλῆθος ἀγγέλων μέσα εἰς νέφαλα (sic), βαστάζοντες χαρτὶ μὲ αὐτὰ τὰ γράμματα· "Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπί γῆς εἰρήνη· ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία". Καὶ ἐπάνωθεν εἰς τό μέσον αὐτῶν ὁ ἀστήρ, ἔχων ἀκτῖνα μεγάλην κατερχομένην ἕως τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. β', 6. Ματθ. β',25)»1.

«ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν»[1]


 

«Μέσα σέ τούτη τήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος πού ζοῦμε, ὧρες - ὧρες  φανερώνεται καθαρά στόν ἄνθρωπο πού ζεῖ μέσα στήν κοινωνία, ἡ σκληρή ὄψη της καί παγώνει ἡ καρδιά του. ... Ἄχ! Πουθενά δέν ὑπάρχει ἀγάπη. Ὅλα τἄχει σκεπασμένα μέ τά μαῦρα καί φαρμακερά φτερά της ἡ νυχτερίδα πού λέγεται κακία. Σπίτια, μαγαζιά, δρόμοι, συγγένειες, φιλίες, αἰσθήματα, ὅλα εἶναι μολεμένα ἀπό τήν κακία. Δίκες, καυγάδες, ἔχθρητες, πεῖσμα, φθόνος. Κακία! Κακία! Ἀπονιά ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, σκληρότητα, ἀδιαφορία τοῦ ἑνός γιά τόν ἄλλον, κι ἄς λένε ὁλοένα πώς εἶναι ἀδέρφια.»[2]

Η σκηνή του Λόγου

Η κατάθεσις της τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου (31 Αυγούστου)
Εβρ. θ΄, 1-7



    Η αγία μας Εκκλησία εορτάζει σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, την κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ναό που είχε ανεγερθεί προς τιμήν της στην συνοικία Χαλκοπρατεία της Κωνσταντινουπόλεως. Το αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής, το οποίο ακούσαμε νωρίτερα, αναφέρεται στην Σκηνή του Μαρτυρίου, η οποία αποτελεί προτύπωση της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπως θα δούμε στην συνέχεια. Η Σκηνή του Μαρτυρίου, μάς λέει ο απόστολος Παύλος, ήταν διπλή· η πρώτη σκηνή, στην οποία ήταν τοποθετημένα η επτάφωτη λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεση που προσέφεραν τους άρτους, ονομάζονταν «Άγια». Στη συνέχεια ήταν το καταπέτασμα και μετά από αυτό η δεύτερη σκηνή, τα «Άγια των Αγίων», όπου ήταν τοποθετημένα το χρυσό θυμιατήριο και η Κιβωτός της Διαθήκης, ολόγυρα επενδυμένη με χρυσό, μέσα στην οποία φυλάσσονταν οι πλάκες με τις Δέκα Εντολές, η ράβδος του Ααρών που είχε βλαστήσει και μία χρυσή στάμνα που περιείχε μάνα, ενώ στο πάνω μέρος την επεσκίαζαν δύο ολόχρυσα χερουβείμ. Και στην μεν πρώτη σκηνή εισέρχονταν πάντοτε οι ιερείς και επιτελούσαν την λατρεία του Θεού, ενώ στην δεύτερη εισέρχονταν μία φορά τον χρόνο μόνο ο αρχιερέας, αφού πρώτα είχε θυσιάσει κάποια ζώα, προσφέροντας το αίμα τους ως εξαγνισμό δικό του αλλά και του λαού.