Ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ
(Γιά νά ἀκούσετε τό κήρυγμα πατῆστε ἐδῶ)
Τιμᾶ καί ἑορτάζει σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀδελφοί χριστιανοί, τήν ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα στίς 14 Σεπτεμβρίου τοῦ 335 μ.Χ., ὅταν ὁ Πατριάρχης Μακάριος ὕψωσε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ μπροστά στούς πιστούς, κατά τά ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως στήν Ἱερουσαλήμ. Εἶχε προηγηθεῖ τό 326 ἡ εὕρεση τοῦ Σταυροῦ καί τοῦ παναγίου Τάφου ἀπό τήν ἁγία Ἑλένη, ἡ ὁποία ἐν συνεχείᾳ μερίμνησε γιά τήν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ. Ἔκτοτε, κάθε χρόνο ὑψώνουμε τόν τίμιο Σταυρό στό μέσον τῶν ναῶν καί τόν προσκυνοῦμε, γιατί μέ αὐτόν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός νίκησε τόν θάνατο καί προσέφερε τό σῶμα του καί τό αἷμα του τροφή τῶν πιστῶν εἰς τό διηνεκές, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον».
Αὐτή ἡ ἀναζωογονητική τῶν ἀνθρώπων δυναμική, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἀκατανόητη στόν κόσμο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Γι’ αὐτό σήμερα, στήν ἀποστολική περικοπή πού διαβάζουμε κατά τήν Θεία Λειτουργία, ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Ἐπειδή οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦν σημεῖο θαυμαστό καί οἱ Ἕλληνες ἀναζητοῦν τήν σοφία, ἐμεῖς ὅμως κηρύσσουμε τόν σταυρωμένο Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι σκάνδαλο γιά τούς Ἰουδαίους καί μωρία γιά τούς Ἕλληνες, ἀλλά γιά ὅσους ἔχουν κληθεῖ ἐξ αὐτῶν, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες, ὁ Χριστός εἶναι Θεοῦ δύναμη καί Θεοῦ σοφία».
Πράγματι, γιά τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μάθει ὅτι ὁ Θεός φανερώνεται μέ θαυματουργικό, ὑπερφυσικό τρόπο καί συχνά ἐπιβάλλει τό θέλημά του μέ σκληρές τιμωρίες, ἦταν σχεδόν ἀδύνατο νά πιστέψουν ὅτι ὁ Θεός μποροῦσε νά γίνει ἄνθρωπος, καί μάλιστα νά παραδώσει τόν ἑαυτό του σέ θάνατο ἀτιμωτικό. Γι΄ αὐτό, ἀκόμα καί τήν ὕστατη ὥρα, ζητοῦσαν νά δοῦνε θαῦμα ἀπό τόν Χριστό, δηλαδή ἄν εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ νά κατέβει ἀπό τόν σταυρό, γιά νά τόν πιστέψουν.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὁ ἑλληνιστικός κόσμος πού ἦταν διαποτισμένος ἀπό τήν πολυθεΐα (γιατί οἱ ὅροι «Ἰουδαῖοι» καί «Ἕλληνες» δέν ἔχουν ἐθνοφυλετικό περιεχόμενο ἀλλά προσδιορίζουν τίς ἀντίστοιχες θρησκεῖες), καθώς ἐπίσης καί ἀπό τά φιλοσοφικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁμοίως δέν μποροῦσε νά συλλάβει τό νόημα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὡστόσο, τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε ὡς ἀποδέκτες κυρίως Ἰουδαίους καί Ἕλληνες. Ἀπό αὐτούς, πολλοί διέκριναν στήν μέν Παλαιά Διαθήκη τίς προφητεῖες γιά τόν Χριστό καί τίς προτυπώσεις τοῦ Πάθους του, στά δέ ἔργα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων τήν ἰδέα ἑνός μόνο Θεοῦ, πού μόνο ὡς ἀγαθός καί Θεός τῆς ἀγάπης μπορεῖ νά νοηθεῖ. Γι’ αὐτό καί πίστεψαν καί βαπτίστηκαν χριστιανοί, ἀφοῦ ὁ Χριστός ἀποτελεῖ «τό πλήρωμα τοῦ νόμου καί τῶν προφητῶν» [1] καί τήν ἐκπλήρωση τῆς προσδοκίας τῶν φιλοσόφων γιά τόν ἐρχομό ἐκείνου πού θά φανερώσει τήν ἀρετή καί τήν δικαιοσύνη [2]. Γι΄ αὐτούς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι «ἐμεῖς κηρύττουμε τόν σταυρωμένο Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι Θεοῦ δύναμη καί Θεοῦ σοφία γιά ὅσους ἔχουν κληθεῖ ἀπό τούς Ἰουδαίους καί τούς Ἕλληνες». Δύναμη Θεοῦ, γιατί τόν σταυρικό θάνατο ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση, ἡ ὄντως ζωή· καί σοφία τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀπό ἄπειρη ἀγάπη θυσιάζεται γιά τόν ἄνθρωπο, προκειμένου νά τόν σώσει ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου, χωρίς νά παραβιάζει τήν ἐλευθερία της ἀνθρώπινης βούλησης: «ὅς τις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι» [3].
Ὑπάρχουν καί σήμερα πολλοί, πού θεωροῦν παράλογη τήν πίστη μας, καί κυρίως τήν σταυρική θυσία καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί τήν διπλή, θεανθρώπινη φύση του. Δυστυχῶς, ἀκόμα καί ἀνάμεσά μας ὑπάρχουν «χριστιανοί» οἱ ὁποῖοι, ὑπό τό πρίσμα τοῦ ὀρθολογισμοῦ, δέν πιστεύουν στήν Ἀνάσταση ἀλλά τήν θεωροῦν ὡς ἀλληγορική ἔννοια· καί ἄλλοι, ἐπειδή ὁ Θεός δέν κάνει θαύματα σύμφωνα μέ τίς προσδοκίες τους, ὀλιγοπιστοῦν καί φτάνουν ἀκόμη καί στό σημεῖο νά ἐγκαταλείπουν τήν Ἐκκλησία. Ἡ πίστη μας, ὅμως, καί ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι παράλογη δοξασία οὔτε μαγική τελετουργία, ἀλλά λογική πίστη καί λογική λατρεία, ὅπως τήν φανέρωσε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Γι’ αὐτό, ἀδελφοί χριστιανοί, ἄς προφυλάξουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τούς πειρασμούς πού ἀναφέραμε, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν στήν ἀπιστία, κι ἄς ἔχουμε μέ πίστη προσηλωμένη τήν ψυχή καί τήν διάνοιά μας στόν τίμιο καί ζωοποιό Σταυρό τοῦ Κυρίου μας, ψάλλοντας: «Τόν σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καί τήν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν». Ἀμήν.
Αὐτή ἡ ἀναζωογονητική τῶν ἀνθρώπων δυναμική, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ἀκατανόητη στόν κόσμο τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Γι’ αὐτό σήμερα, στήν ἀποστολική περικοπή πού διαβάζουμε κατά τήν Θεία Λειτουργία, ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει: «Ἐπειδή οἱ Ἰουδαῖοι ζητοῦν σημεῖο θαυμαστό καί οἱ Ἕλληνες ἀναζητοῦν τήν σοφία, ἐμεῖς ὅμως κηρύσσουμε τόν σταυρωμένο Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι σκάνδαλο γιά τούς Ἰουδαίους καί μωρία γιά τούς Ἕλληνες, ἀλλά γιά ὅσους ἔχουν κληθεῖ ἐξ αὐτῶν, Ἰουδαίους καί Ἕλληνες, ὁ Χριστός εἶναι Θεοῦ δύναμη καί Θεοῦ σοφία».
Πράγματι, γιά τούς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μάθει ὅτι ὁ Θεός φανερώνεται μέ θαυματουργικό, ὑπερφυσικό τρόπο καί συχνά ἐπιβάλλει τό θέλημά του μέ σκληρές τιμωρίες, ἦταν σχεδόν ἀδύνατο νά πιστέψουν ὅτι ὁ Θεός μποροῦσε νά γίνει ἄνθρωπος, καί μάλιστα νά παραδώσει τόν ἑαυτό του σέ θάνατο ἀτιμωτικό. Γι΄ αὐτό, ἀκόμα καί τήν ὕστατη ὥρα, ζητοῦσαν νά δοῦνε θαῦμα ἀπό τόν Χριστό, δηλαδή ἄν εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ νά κατέβει ἀπό τόν σταυρό, γιά νά τόν πιστέψουν.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὁ ἑλληνιστικός κόσμος πού ἦταν διαποτισμένος ἀπό τήν πολυθεΐα (γιατί οἱ ὅροι «Ἰουδαῖοι» καί «Ἕλληνες» δέν ἔχουν ἐθνοφυλετικό περιεχόμενο ἀλλά προσδιορίζουν τίς ἀντίστοιχες θρησκεῖες), καθώς ἐπίσης καί ἀπό τά φιλοσοφικά ρεύματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁμοίως δέν μποροῦσε νά συλλάβει τό νόημα τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Χριστοῦ.
Ὡστόσο, τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε ὡς ἀποδέκτες κυρίως Ἰουδαίους καί Ἕλληνες. Ἀπό αὐτούς, πολλοί διέκριναν στήν μέν Παλαιά Διαθήκη τίς προφητεῖες γιά τόν Χριστό καί τίς προτυπώσεις τοῦ Πάθους του, στά δέ ἔργα τῶν ἀρχαίων φιλοσόφων τήν ἰδέα ἑνός μόνο Θεοῦ, πού μόνο ὡς ἀγαθός καί Θεός τῆς ἀγάπης μπορεῖ νά νοηθεῖ. Γι’ αὐτό καί πίστεψαν καί βαπτίστηκαν χριστιανοί, ἀφοῦ ὁ Χριστός ἀποτελεῖ «τό πλήρωμα τοῦ νόμου καί τῶν προφητῶν» [1] καί τήν ἐκπλήρωση τῆς προσδοκίας τῶν φιλοσόφων γιά τόν ἐρχομό ἐκείνου πού θά φανερώσει τήν ἀρετή καί τήν δικαιοσύνη [2]. Γι΄ αὐτούς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅτι «ἐμεῖς κηρύττουμε τόν σταυρωμένο Χριστό, ὁ ὁποῖος εἶναι Θεοῦ δύναμη καί Θεοῦ σοφία γιά ὅσους ἔχουν κληθεῖ ἀπό τούς Ἰουδαίους καί τούς Ἕλληνες». Δύναμη Θεοῦ, γιατί τόν σταυρικό θάνατο ἀκολουθεῖ ἡ Ἀνάσταση, ἡ ὄντως ζωή· καί σοφία τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀπό ἄπειρη ἀγάπη θυσιάζεται γιά τόν ἄνθρωπο, προκειμένου νά τόν σώσει ἀπό τήν δουλεία τοῦ διαβόλου, χωρίς νά παραβιάζει τήν ἐλευθερία της ἀνθρώπινης βούλησης: «ὅς τις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ, καί ἀκολουθείτω μοι» [3].
Ὑπάρχουν καί σήμερα πολλοί, πού θεωροῦν παράλογη τήν πίστη μας, καί κυρίως τήν σταυρική θυσία καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί τήν διπλή, θεανθρώπινη φύση του. Δυστυχῶς, ἀκόμα καί ἀνάμεσά μας ὑπάρχουν «χριστιανοί» οἱ ὁποῖοι, ὑπό τό πρίσμα τοῦ ὀρθολογισμοῦ, δέν πιστεύουν στήν Ἀνάσταση ἀλλά τήν θεωροῦν ὡς ἀλληγορική ἔννοια· καί ἄλλοι, ἐπειδή ὁ Θεός δέν κάνει θαύματα σύμφωνα μέ τίς προσδοκίες τους, ὀλιγοπιστοῦν καί φτάνουν ἀκόμη καί στό σημεῖο νά ἐγκαταλείπουν τήν Ἐκκλησία. Ἡ πίστη μας, ὅμως, καί ἡ λατρεία τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι παράλογη δοξασία οὔτε μαγική τελετουργία, ἀλλά λογική πίστη καί λογική λατρεία, ὅπως τήν φανέρωσε ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
Γι’ αὐτό, ἀδελφοί χριστιανοί, ἄς προφυλάξουμε τόν ἑαυτό μας ἀπό τούς πειρασμούς πού ἀναφέραμε, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν στήν ἀπιστία, κι ἄς ἔχουμε μέ πίστη προσηλωμένη τήν ψυχή καί τήν διάνοιά μας στόν τίμιο καί ζωοποιό Σταυρό τοῦ Κυρίου μας, ψάλλοντας: «Τόν σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καί τήν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν». Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου