Ο τυφλός και οι πνευματικά τυφλοί [Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά] (1.12.2019)


Η περικοπή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου[1] που ακούσαμε σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, μάς μιλά για έναν τυφλό, ο οποίος καθόταν στο δρόμο έξω από την Ιεριχώ και ζητιάνευε. Κάποια στιγμή άκουσε κόσμο πολύ να πλησιάζει. Ρωτούσε λοιπόν να μάθει τί συμβαίνει και τού είπανε ότι περνά ο Ιησούς από την Ναζαρέτ. Άρχισε τότε να φωνάζει λέγοντας, «Ιησού, γιε του Δαβίδ, ελέησέ με», ενώ ο κόσμος τού έκανε παρατήρηση λέγοντάς του να σωπάσει. Ο Χριστός όμως στάθηκε, ζήτησε να φέρουν μπροστά του τον τυφλό και τον ρώτησε: «Τί θέλεις να σού κάνω;» Εκείνος είπε: «Κύριε, για να δω». Ο Ιησούς απάντησε: «Δες. Η πίστη σου σε έσωσε», και μονομιάς ο τυφλός βρήκε το φως του και ακολουθούσε τον Χριστό δοξάζοντας τον Θεό, μαζί με τον λαό που έγινε μάρτυρας αυτού του θαύματος.

«Σού λείπει ακόμα ένα» [Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά] (24.11.2019)


Η περικοπή από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο που ακούσαμε σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, μάς διηγείται μια συνάντηση που είχε ο Χριστός με έναν νεαρό νομικό, ο οποίος για να πειράξει τον Ιησού, τον ρώτησε: - Δάσκαλε αγαθέ, τί να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνιο ζωή; - Τί με λες αγαθό; αποκρίθηκε ο Χριστός, ουδείς αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Γνωρίζεις τις εντολές: μη μοιχεύσεις, μη φονεύσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. - Όλα αυτά τα έχω τηρήσει από παιδί, είπε εκείνος. - Σού λείπει ακόμα ένα, τού λέει ο Χριστός, πούλησε τα υπάρχοντά σου και σκόρπισέ τα στους φτωχούς και θα έχεις θησαυρούς στον ουρανό και ακολούθησέ με. Ὀταν άκουσε αυτά ο νεαρός λυπήθηκε πολύ, γιατί ήταν πολύ πλούσιος. Είδε ο Χριστός ότι λυπήθηκε και σχολίασε: - Πόσο δύσκολα θα εισέλθουν στη βασιλεία του Θεού όσοι έχουν χρήματα! Γιατί είναι πιο εύκολο να περάσει η γκαμήλα μέσα από την τρύπα της βελόνας, παρά να εισέλθει ο πλούσιος στην βασιλεία του Θεού. - Και ποιός δύναται να σωθεί; ρώτησαν αυτοί που άκουγαν. - Τα αδύνατα για τους ανθρώπους, είναι δυνατά για τον Θεό.

Ο πλούτος της φιλανθρωπίας [Κυριακή Θ΄ Λουκά] (17.11.2019)


Με την παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου και εκείνη του καλού Σαμαρείτη, που προηγήθηκαν, διδαχθήκαμε ποιά είναι τα πρόσκαιρα αγαθά και ποιά τα αιώνια και τί καρπούς επιφέρει η σκληροκαρδία και ποιά η σημασία της φιλανθρωπίας, υπόδειγμα της οποίας είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, η αγία μας Εκκλησία προβάλλει την παραβολή του άφρονα πλουσίου, για να μάς διδάξει ότι η ρίζα κάθε κακού, κάθε αμαρτίας, δεν είναι άλλη από την πλεονεξία, όπως θα μάς εξηγήσει στη συνέχεια ο Μέγας Βασίλειος1.

Ο καλός Σαμαρείτης Χριστός [Κυριακή Η΄ Λουκά] (10.11.2019)



Σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, ακούσαμε την παραβολή του καλού Σαμαρείτη, με την οποία ο Χριστός έδειξε στον νομικό της εποχής του ότι πλησίον δεν είναι ούτε ο ομοεθνής ούτε ο νομομαθής ή ο ευσεβής άνθρωπος αλλά ο φιλάνθρωπος και ελεήμων. Πρώτος, μάλιστα, φιλάνθρωπος και ελεήμων και γι` αυτό πλησίον όλων των ανθρώπων και πρότυπο για τον καθένα μας, είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, όπως θα μάς διδάξει ευθύς αμέσως ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος1.

Τα πρόσκαιρα και τα αιώνια [Κυριακή Ε΄ Λουκά] (3.11.2019)

Η σημερινή περικοπή του ιερού Ευαγγελίου1, αδελφοί χριστιανοί, είναι η γνωστή στους περισσότερους παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου. Ο μεν πλούσιος φορούσε πολυτελή ρούχα και κάθε μέρα ευφραίνονταν λαμπρά‧ ο δε Λάζαρος, πληγωμένος και παραπεταμένος κοντά την θύρα του πλουσίου, προσπαθούσε να ξεγελάσει την πείνα του με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πρώτου, ενώ τα σκυλιά έρχονταν και του έγλειφαν τις πληγές. Σαν άφησαν και οι δυο τούτον τον μάταιο κόσμο, ο μεν Λάζαρος οδηγήθηκε από τους αγγέλους στην αγκαλιά του Αβραάμ, ενώ ο πλούσιος βρέθηκε στον άδη. Μέσα στα βάσανά του βλέπει από μακριά τον Αβραάμ και τόν παρακαλεί να τον λυπηθεί στείλει τον Λάζαρο να βουτήξει το δάχτυλό του στο νερό και να τοὺ δροσίσει την γλώσσα, μέσα στην φλόγα που τον βασάνιζε. -Παιδί μου, απαντά ο Αβραάμ, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες όλα τα αγαθά, ενώ ο Λάζαρος τις κακουχίες‧ τώρα εκείνος αναπαύεται κι εσύ ταλαιπωρείσαι. Και πάνω απ’ όλα, μάς χωρίζει μεγάλο χάσμα, ώστε να μη μπορούν οι απ` εδώ που θέλουν να έλθουν σ` εσάς, μήτε οι απ` εκεί προς εμάς. Τότε τόν παρακαλεί και πάλι να στείλει πίσω τον Λάζαρο, για να πει στα πέντε του αδέλφια τί του συμβαίνει, ώστε να μετανοήσουν. -Έχουν τον νόμο και τους προφήτες, απαντά ο Αβραάμ και στην επιμονή του πλούσιου προσθέτει ότι εάν δεν ακούν τον νόμο και τους προφήτες, δεν πρόκειται να πεισθούν ακόμα κι αν κανείς αναστηθεί από τους νεκρούς.

Η πίστη και το θαύμα [Κυριακή Ζ΄ Λουκά] (27.10.2019)


Με την περικοπή του κατά Λουκάν Ευαγγελίου που αναγνώσαμε κατά την σημερινή Θεία Λειτουργία, αδελφοί χριστιανοί, η αγία μας Εκκλησία μάς υπογραμμίζει την σημασία της πίστεως για την ζωή μας. Πλησίασε τον Ιησού κάποιος αρχηγός της συναγωγής, που τον έλεγαν Ιάειρο, και τον παρακάλεσε να θεραπεύσει την ετοιμοθάνατη κόρη του. Καθώς πήγαιναν προς το σπίτι, κόσμος πολύς συνωστίζονταν γύρω από τον Χριστό, ανάμεσά τους και μια γυναίκα που επί δώδεκα χρόνια αιμορραγούσε και δεν κατάφερε να βρει την γιατρειά της, παρόλο που είχε ξοδέψει στους γιατρούς όλη την περιουσία της. Πλησίασε από πίσω και άγγιξε την άκρη από το ρούχο του Ιησού και μονομιάς σταμάτησε η αιμορραγία. Τότε ο Χριστός κοντοστάθηκε και ρωτούσε ποιός τον άγγιξε. -Κυριε, τού λέει ο Πέτρος, το πλήθος σε συνθλίβει και ρωτάς ποιός σε άγγιξε; -Κάποιος με άγγιξε, απαντά ο Χριστός, γιατί αισθάνθηκα δύναμη να βγαίνει από μένα. Τότε η γυναίκα φανερώθηκε και τρέμοντας διηγήθηκε ενώπιον πάντων όλη την ιστορία. -Αναθάρρησε, κόρη, τής λέει τότε ο Χριστός, η πίστη σου σε έσωσε, να πορεύεσαι με ειρήνη. Στο μεταξύ ήλθε ένας υπηρέτης του Ιάειρου και τού ανακοίνωσε ότι η θυγατέρα του είχε ήδη πεθάνει. -Μή φοβάσαι, τού λέει ο Χριστός, μόνο να έχεις πίστη και θα σωθεί. Σαν έφτασαν, παίρνει μέσα ο Ιησούς τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη και τους γονείς του κοριτσιού. Όλοι έκλαιγαν και θρηνούσαν. -Μην κλαίτε, τους λέει, δεν πέθανε αλλά κοιμάται. Εκείνοι γέλασαν, γιατί ήξεραν ότι πέθανε. Τότε ο Χριστός τούς έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι του κοριτσιού και της είπε: -Παιδάκι μου, σήκω. Τότε επέστρεψε η ψυχή της κοπέλας κι αμέσως αναστήθηκε, στους δε γονείς που έμειναν έκθαμβοι παρτήγγειλε να μην πουν τίποτα σε κανέναν.

Το καλό και το κακό [Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά] (20.10.2019)


Με αφορμή το θαύμα της ανάστασης του γιου της χήρας στη Ναΐν, αδελφοί χριστιανοί, είδαμε ότι ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής και ο συνδημιουργός του σύμπαντος. Το θαύμα της σημερινής περικοπής του Ευαγγελίου μάς δίνει την απόδειξη πως δεν υπάρχει τιποτα που να μπορεί να αντισταθεί στο θέλημα του Θεού, ούτε αυτές οι δυνάμεις του κακού. Καθώς πλησίαζε ο Χριστός με τους μαθητές του στην χώρα των Γεργεσηνών, συνάντησαν έναν δαιμονισμένο που περιφέρονταν γυμνός έξω από την πόλη και για κατοικία του είχε τα μνήματα. Πολλά χρόνια ταλαιπωρούνταν και συχνά τον έδεναν ακόμα και με αλυσίδες για να μην κάνει κακό στον εαυτό του και στους άλλους, τις οποίες έσπαζε και έτρεχε στις ερημιές. Μόλις είδε τον Χριστό άρχισε να φωνάζει: -Τί υπάρχει ανάμεσά μας, Ιησού, υιέ του Θεού του υψίστου; σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις. Αυτό το τελευταίο το είπε γιατί ήδη ο Κύριος είχε διατάξει το δαιμόνιο να εξέλθει. -Πώς σε λένε; ρώτησε ο Χριστός. -Λεγεώνα, αποκρίθηκε, γιατί πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει σε αυτόν, και παρακαλούσε τον Κύριο να μην τα στείλει στην άβυσσο αλλά να επιτρέψει να εισέλθουν σε ένα κοπάδι χοίρων που έβοσκε εκεί κοντά. Έτσι κι έγινε, και τα δαιμόνια κατέλαβαν τα άτυχα ζωντανά, τα οποία αφηνιασμένα κατακρημνίστηκαν στην λίμνη και πνίγηκαν, ενώ οι βοσκοί έτρεξαν στην πόλη και στους αγρούς να διαδώσουν το γεγονός. Βγήκε ο κόσμος και βλέπει τον πρώην δαιμονισμένο, σωφρονούντα και ιματισμένο, να κάθεται κοντά στα πόδια του Ιησού, και φοβήθηκαν τόσο πολύ, που ζήτησαν από τον Χριστό να φύγει. Μπήκε, λοιπόν ο Ιησούς στο πλοίο για να αναχωρήσει και ο πρώην δαιμονισμένος παρακαλούσε να πάει μαζί του. Ο Κύριος όμως τον προέτρεψε να επιστρέψει στο σπίτι του και να διηγείται το θαύμα που έκανε ο Θεός σε αυτόν, όπως και έκανε.