Επαναστάσεις



Μεγάλο κεφάλαιο για την Εκκλησία μας και την Ορθοδοξία αποτελούν μαζί με τους Μάρτυρες και οι Ομολογητές. Γιατί μόνο αυτοί τόλμησαν να αντισταθούν και να υψώσουν τη φωνή τους ενάντια σ’ εκείνους που με κάθε τρόπο προσπάθησαν να κατακερματίσουν το σώμα της Εκκλησίας και την διέσωσαν έτσι από το λοξοδρόμημα και την καταστροφή. Μια τέτοια μεγάλη μορφή, έναν μεγάλο Ομολογητή τιμούμε την 11η Νοεμβρίου: τον Όσιο Θεόδωρο το Στουδίτη (741-823 μ.Χ.).
Έζησε σε μια εποχή ταραγμένη, που η έριδα της εικονομαχίας είχε διχάσει τους χριστιανούς, που κυριαρχούσε ο φανατισμός και το μίσος. Έβλεπε τις άγιες Εικόνες να καταστρέφονται στο όνομα της ορθής πίστης και πράξης, δήθεν για να προφυλαχθούν οι πιστοί από μια νέα μορφή ειδωλολατρίας. Δεν άντεχε αυτή τη βαρβαρότητα και μανία. Πονούσε για τις ποικίλες βεβηλώσεις και δάκρυζε για τους βασανιζόμενους. Μέσα σ΄ αυτή τη σύγχυση έπρεπε κάποιος να δείξει το σωστό δρόμο, να καταδείξει την ορθή πίστη, να υψώσει το ανάστημά του και να προβάλλει αντίσταση στις αντίθεες σκέψεις και πρακτικές των αυτοκρατόρων.
Έτσι, παράλληλα με την καθοδήγηση των πολυάριθμων μοναχών της ξακουστής Μονής του Στουδίου, άρχισε με τους λόγους και τα συγγράμματά του να ελέγχει την αίρεση των εικονομάχων και να τεκμηριώνει θεολογικά την αποδοχή και προσκύνηση των Εικόνων. Δε δίστασε μάλιστα να οργανώσει και πορείες-διαδηλώσεις μέσα στην Κωνσταντινούπολη,με τη συμμετοχή των μοναχών και πλήθους άλλων ανθρώπων που κρατούσαν στα χέρια τους εικόνες. Μεταχειρίστηκε κάθε δυνατό και πρόσφορο μέσο για την διακήρυξη της αλήθειας. Και ως υπέρμαχος της αληθείας ανέμενε το διωγμό και τις ταλαιπωρίες.
Το τίμημα των ενεργειών του και των λόγων του ήταν ίσως μεγαλύτερο από ότι περίμενε. Δύο φορές διέλυσαν οι αυτοκράτορες τη Μονή του και διεσκόρπισαν τους μοναχούς, περιπλανήθηκε σε πολλούς τόπους ως εξόριστος, πέρασε αρκετά χρόνια στις σκοτεινές και βρώμικες φυλακές των τόπων εξορίας, τιμωρήθηκε με ξυλοδαρμούς και μαστιγώσεις για το θάρρος που είχε να τα βάλει με την εξουσία.
Το σώμα βέβαια μπορεί κανείς εύκολα να το φυλακίσει, όχι όμως και το πνεύμα. Έτσι ο Όσιος δεν έπαψε από τους τόπους της εξορίας και μέσα από τις φυλακές να αποστέλλει πολυάριθμες επιστολές στα πνευματικά του τέκνα, αλλά και προς κάθε άλλη κατεύθυνση, μέσα από τις οποίες τους καθοδηγούσε στην πνευματική τους ζωή και συνέχιζε να πολεμά για την αλήθεια.
Έχουν πει πολλοί πως ο Χριστός , οι Απόστολοι, οι Μάρτυρες κλπ ήταν επαναστάτες. Και άλλοι τους κατέκριναν γιατί πιστεύουν πως η ιδιότητα του χριστιανού δεν μπορεί να συνυπάρχει με αυτή του επαναστάτη. Άλλοι πάλι τους κατηγόρησαν ότι υποβιβάζουν την Εκκλησία και υποκινούν την αναρχία. Η αλήθεια είναι ότι πράγματι ήταν επαναστάτες. Γιατί ήρθαν σε σύγκρουση με το κατεστημένο της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου. Γιατί κατέρριψαν την ειδωλομανία και διέδωσαν την πίστη στον Τριαδικό Θεό. Γιατί δεν υπέκυψαν σε βασιλείς και ηγεμόνες. Γιατί δε δίστασαν να υπερασπιστούν την αλήθεια. Γιατί καρτερικά υπέμειναν διωγμούς, φυλακές, βασανιστήρια, θάνατο. Γιατί με τη στάση και το μαρτύριό τους στερέωσαν και ισχυροποίησαν την ορθόδοξη Πίστη. Γιατί ήταν οι πρωταγωνιστές της μοναδικής ειρηνικής επανάστασης που εδώ και 2000 χρόνια διεξάγεται στις ψυχές όλων των χριστιανών και στην καρδιά του καθενός μας.
Η ιδιότητα του χριστιανού λοιπόν εμπεριέχει την επανάσταση, το μη συμβιβασμό με τα φθοροποιά της ψυχής στοιχεία, τον αγώνα ενάντια στο κακό, την ανοδική προς τον ουρανό πορεία. Και θα μπορούσε να συγκαταλεγεί ο Χριστιανισμός με τα άλλα κοινωνικά επαναστατικά-αναρχικά κινήματα, αν δεν διέφερε σε δύο βασικά σημεία, που αποτελούν και τις ειδοποιούς διαφορές του. Πρώτη: το “κατεστημένο” που μάχεται δεν είναι ανθρώπινη-κοσμική εξουσία, όπως αναπτύχθηκε παραπάνω. Γι αυτό και δεν πασχίζει να καταλάβει αυτή την εξουσία, πράγμα που επιδιώκουν να επιτύχουν τα άλλα κινήματα. Και δεύτερη: τα διάφορα κινήματα ή στερούνται ιδεολογίας, αρκούμενα στην ανατροπή των ισορροπιών που επικρατούν, ή υιοθετούν φτωχά ιδεολογήματα ανθρώπινης επινόησης, σε αντίθεση με το χριστιανισμό, που έχει ως σημείο αναφοράς και κινητήριο δύναμη την πίστη στο μόνο αληθινό Τριαδικό Θεό.

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Ι. Μ. Δημητριάδος "Ψηφίδες" το Νοέμβριο του 1999)

Νέοι και Εκκλησία

(Ομιλία του Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα, που εκφωνήθηκε την Κυριακή 20-2-2000 στον Ι. Ν. Αγ. Κωνσταντίνου Βόλου στα πλαίσια της Συνόδου των Εφήβων)


Η σημερινή Κυριακή, Σεβασιώτατε, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και πατέρες, ευλογημένο παρά Θεού εκκλησίασμα, είναι μια ξεχωριστή Κυριακή. Είναι ξεχωριστή, γιατί από σήμερα αρχίζει το Τριώδιο και πολύ σύντομα η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή, που μας εισάγει στον εντονότερο πνευματικό αγώνα και μας οδηγεί στο Πάθος και την Ανάσταση. Είναι όμως επιπλέον ιδιαίτερη η σημερινή ημέρα, διότι με αυτή τη Θεία Λειτουργία η Εκκλησία της Δημητριάδος αγκαλιάζει τους νέους που βρίσκονται εδώ από κάθε σημείο της Μητροπόλεώς μας αλλά και από άλλες Ιερές Μητροπόλεις για να καταθέσουν τις σκέψεις τους και τους προβληματισμούς τους για την Εκκλησία, μέσα στα πλαίσια της Συνόδου των Εφήβων που από χθες ήδη διεξάγεται στους φιλόξενους χώρους του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες λοιπόν, κύριος αποδέκτης των λόγων που θα επακολουθήσουν είναι η νεολαία μας που σήμερα φιλοξενείται και παρευρίσκεται σ’ αυτό τον ιστορικό και περικαλλέστατο ιερό ναό.

Δεν είναι τυχαίο, αδελφοί μου, που αρχίζει η περίοδος του τριωδίου με την παραβολή του τελώνη και του φαρισαίου, που πριν λίγο ακούσαμε. Γιατί μέσα από αυτή ο Χριστός θέλει να μας διδάξει τρία πράγματα: να μην είμαστε υποκριτές, να προτιμάμε να είμαστε ταπεινοί, και να μας διακρίνει πάντοτε η ειλικρίνεια, στη σκέψη μας, τη στάση μας και τις πράξεις μας.

Ακόμη αντηχούν εκείνα τα φοβερά «ουαί» που με τόση ενάργεια εξαπέλυσε ο Κύριός μας ενάντια στους κίβδηλους, τους υποκριτές φαρισαίους. Αντηχούν και θα συνεχίσουν να ακούγονται πάντοτε, για να μας υπενθυμίζουν ότι ο Θεός αποστρέφεται αυτούς που δεν είναι ευθείς στην καρδιά τους. Η υποκριτική ωστόσο στάση και ο φαρισαϊσμός, παρόλο που έχουν περάσει δυο χιλιάδες χρόνια, αποτελεί την επιδημία που μαστίζει την ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, στο σχολείο, την παρέα, τις σχέσεις των ανθρώπων, τη διασκέδαση, τους θεσμούς, την οικογένεια, την Εκκλησία. Και το αποτέλεσμα όλης αυτής της κατάστασης είναι τελικά η ανθρώπινη μοναξιά, το κλείσιμο στον εαυτό μας, το πνιγηρό αίσθημα πως είμαστε μόνοι μας μέσα στο πλήθος, ξεχασμένοι ακόμα και από τον Θεό.

Οι νέοι επιζητούμε πάντα το αληθινό, πολλές φορές μάλιστα με πάθος. Δεν συμβιβαζόμαστε με το κατεστημένο της ψευτιάς και της υποκρισίας και αναζητούμε απεγνωσμένα την Αλήθεια, πάνω στην οποία θα ακουμπήσουμε για να αναπαυθούμε από τις ταλαιπωρίες της καθημερινότητας και να αντλήσουμε δύναμη για την πνευματική μας πορεία. Μέσα στην ανησυχία της αναζήτησης, δεν επαναπαυόμαστε σε προκατασκευασμένα μοντέλα, αντιλαμβανόμαστε το γνήσιο και αποστρεφόμαστε την υποκρισία με απέχθεια. Φτάνουμε δε συχνά και να απορρίπτουμε, με μια δόση υπερβολής, ακόμη και τους θεσμούς, μαζί με τα πρόσωπα που τους εκπροσωπούν με τρόπο απαράδεκτο.

Επιτρέψτε μου, όμως, να επισημάνω ότι οφείλουμε να ξεχωρίζουμε τους θεσμούς από τα πρόσωπα, όταν μάλιστα μιλάμε για την Εκκλησία, μέλη της οποίας είμαστε όλοι μας. Πολλά μας ενοχλούν και μας προβληματίζουν. Όλα όσα ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός πολέμησε με το λόγο και τα έργα του, φαίνεται να έχουν ριζώσει στα θεμέλιά της και να την αλλοιώνουν απειλητικά. Τα ανθρώπινα πάθη αντί να καταστέλλονται συχνά θεριεύουν και απειλούν τη σωτηρία μας. Αν μείνουμε σ’ αυτά θα χαθούμε. Ας δούμε λοιπόν πιο πλατειά, ας ανοίξουμε και τα δυο μας μάτια, ας δούμε όχι μόνο τον κακό παπά αλλά και τον άγιο καλόγερο του βουνού, τους αγίους του αιώνα μας, τον Άγιο Νεκτάριο, τον Γέροντα Παΐσιο, τον Γέροντα Ιάκωβο, τον π. Πορφύριο, τον ταπεινό ιερέα της ενορίας μας, αυτόν που εργάζεται μυστικά, χωρίς διαφήμιση και περιαυτολογίες. Ας στρέψουμε την προσοχή μας στο υγιές μέρος και ας ακολουθήσουμε τον τρόπο της ζωής και το παράδειγμα που αυτό μας προσφέρει.

Το ταπεινό φρόνημα, που σήμερα μας προτείνει ο Χριστός, δεν είναι απλά μια εξωτερική εμφάνιση, αλλά η στάση που πηγάζει από την εσωτερική μας πνευματική κατάσταση. Το σημείο που δυστυχώς έχουμε παραμελήσει, είναι ο ίδιος μας ο εαυτός, ο εσωτερικός άνθρωπος, η πνευματική μας υπόσταση. Η κοινωνία μας είναι άκρα υλιστική, ενδιαφέρεται και προβάλλει μόνο ότι έχει σχέση με το χρήμα, το κέρδος, τον υπερκαταναλωτισμό, την κάθε είδους απόλαυση. Αποδέχεται και καλλιεργεί κάθε παρεκτροπή χωρίς να νοιάζεται για τα πραγματικά αισθήματα του συνανθρώπου. Απορρίπτει με ευκολία κάθε τι που θα μπορούσε να διαταράξει την κατάσταση του εύκολου βολέματος και κυρίως της πνευματικής απραξίας που τείνει να αποτελέσει τον κανόνα. Μέσα λοιπόν σ’ αυτό το κλίμα της αθεΐας, του υλισμού και της εύκολης, αβασάνιστης ζωής, οφείλουμε να ασχοληθούμε με τον έσω άνθρωπο, με την καλλιέργεια της ψυχής μας, αν θέλουμε βέβαια να αποκτήσουμε ελπίδα και νόημα στη ζωή μας, και να μην καταλήξουμε σε σημεία που σήμερα στηλιτεύουμε και επικρίνουμε. Το ζητούμενο σήμερα, ακόμα και μέσα στο χώρο της Εκκλησίας μας, είναι η επανεύρεση της αυθεντικής πνευματικής ζωής, ο επαναπροσδιορισμός της πνευματικής μας πορείας, η κάθαρση από κάθε φαρισαϊσμό και η γνήσια, αληθινή εν Χριστώ βιοτή.

Αυτά τα τρία στοιχεία αποτελούν και την ταυτότητα του Ορθόδοξου Χριστιανού: η αυθεντικότητα, η ειλικρίνεια και το ταπεινό φρόνημα, που πηγάζει από την εμπιστοσύνη προς το Θεό και την προσέγγισή Του μέσα από τη Μυστηριακή ζωή. Ας μάθουμε να εμπιστευόμαστε τα πάντα στο Χριστό, ολόκληρη την ύπαρξή μας. Ας αναζητήσουμε την Λατρεία που θα μιλήσει στην καρδιά μας στο Ναό της γειτονιάς μας, στο ταπεινό ξωκλήσι, στο κατανυκτικό μοναστήρι. Ας ψάξουμε για ανθρώπους που διαπνέονται από το άρωμα του Αγίου Πνεύματος ώστε να διδαχθούμε από τη ζωή τους και τα λόγια τους. Ας ψάξουμε για την Αλήθεια και να είμαστε σίγουροι ότι θα την βρούμε, γιατί, όπως ο ίδιος ο Χριστός μας διαβεβαίωσε, καθένας που Τον αναζητά θα Τον βρει, και όποιος ζητήσει τη βοήθειά Του και την ευλογία Του θα τα λάβει πλουσιοπάροχα, και σε όποιον κτυπάει με πίστη την θύρα του Παραδείσου, Αυτός θα του ανοίξει και θα τον δεχθεί στην επουράνια Βασιλεία Του. Αμήν.

Κυριακή Ζ' Λουκά (8-11-09)

( Λουκά 8, 41-56)


Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού χριστού περιγράφει η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αυτό της θεραπείας της αιμορροούσης και της θυγατέρας του Ιάειρου. Η μία ήταν μια απλή γυναίκα μέσα στο πλήθος, ο δεύτερος ήταν επιφανής, άρχοντας της συναγωγής. Προσεγγίζουν το Χριστό, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο: η αιμορροούσα δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να τη θεραπεύσει, απλά Τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του, και το θαύμα γίνεται. Ο αρχισυνάγωγος ζητά από τον Διδάσκαλο να έλθει στο σπίτι του και να θεραπεύσει τη μονάκριβη κόρη του και ο Χριστός έρχεται και ανασταίνει το κορίτσι, που στο μεταξύ είχε πεθάνει. Και οι δύο όμως, και η αιμορροούσα και ο Ιάειρος, έχουν δύο κοινά στοιχεία: διαθέτουν πίστη και τόλμη. Πιστεύουν ότι ο Χριστός μπορεί να παράσχει την ίαση και τολμούν, ο μεν να το ζητήσει και η δε να αγγίξει τον Κύριο.

Δεν ήταν μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο το να μιλήσει με το Χριστό. Οι Γραμματείς και οι φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό να Τον πλησιάζει και να ακούει τη διδασκαλία Του. Ο Ιάειρος όχι μόνο τολμά να βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος που ακούει τους λόγους του Κυρίου, αλλά και συζητεί μαζί Του και Του ζητά να έλθει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι ο μόνος που μπορεί να σώσει το παιδί του είναι ο Χριστός. Η πίστη του λοιπόν υπερνικά τον οποιοδήποτε φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που απλά αγγίζει τα ρούχα του Κυρίου Ιησού, προσδοκώντας να λάβει την ίαση.

Την αναγκαιότητα της πίστης προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, την επισημαίνει και την τονίζει ο ίδιος ο Χριστός. Στην αιμορροούσα λέει: “θυγάτηρ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε”1 και στον Ιάειρο, που τον ειδοποίησαν ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Διδάσκαλο, του απαντά: “μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”2. Τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που πιστεύει ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε εκείνους που δεν το πιστεύουν τη βλέπουμε στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν με τον Χριστό, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί το κορίτσι δεν πέθανε. Η απελπισία τους είχε εξανεμίσει κάθε ελπίδα και πίστη προς τον Θεό, και θεωρούσαν πως όλα πια είχαν χαθεί.

Μόνο πίστευσον, καί σωθήσεται”. Τα λόγια του Χριστού είναι καταλυτικά, όχι μόνο για τον πατέρα του άρρωστου κοριτσιού, αλλά και για τον καθένα μας. Μέσα στο πέλαγος της βιοπάλης και της καθημερινότητας, συχνά αισθανόμαστε ανίσχυροι, αδύναμοι, νικημένοι. Νιώθουμε ότι δεν έχουμε από πού να κρατηθούμε, πού να στηριχτούμε και να πάρουμε δύναμη για να αντεπεξέλθουμε στις δυσκολίες της ζωής. Συχνά μια ασθένεια, μια ανυπέρβλητη δυσκολία, μάς βυθίζει στην απόγνωση και την απελπισία. Κι όμως, ο Χριστός μάς προσκαλεί να πιστέψουμε, και η βοήθειά Του θα έλθει.

Τί σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτεί υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Είναι απαραίτητο πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσουμε και να παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, πως πέρα από τη δική μας προσπάθεια έχει μεγάλη σημασία και η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία Του και η ευλογία Του. Μέσα στις δυσκολίες, τις αστοχίες και τις αποτυχίες, δύο επιλογές μάς μένουν: ή να βυθιστούμε στην απόγνωση και να καταστραφούμε πνευματικά, ή να αποδεχτούμε τη δική μας ανεπάρκεια και να στραφούμε με πίστη στον Θεό. Αν καταφέρουμε επομένως να κάνουμε τούτη την υπέρβαση του εγωισμού μας και αποδεχτούμε την παντοδυναμία αλλά και την αγάπη του Θεού προς εμάς, τότε μπορούμε με ταπείνωση πλέον να απευθυνθούμε προς Αυτόν και με πίστη να Του ζητήσουμε να έλθει σε βοήθειά μας.

Ο Θεός δεν είναι χαιρέκακος, ούτε θέλει να μας βλέπει να ταλαιπωρούμαστε. Επειδή όμως μας έπλασε ελεύθερους, περιμένει από μόνοι μας, ελεύθερα να Τον βάλουμε στη ζωή μας. Και στο μεταξύ, διακριτικά μας σκεπάζει και μας προσφέρει τις ευκαιρίες να πιστέψουμε σε Αυτόν. Και επειδή ο Θεός είναι αγάπη, μόλις προστρέξουμε με πίστη σπεύδει και πραγματοποιεί το θαύμα στην προσωπική μας ζωή, όχι πάντα σύμφωνα με τη δική μας επιθυμία, αλλά με γνώμονα το πνευματικό μας καλό και συμφέρον.

Είναι όντως δύσκολο να στηρίξουμε την ελπίδα μας στο Θεό. Χρειάζεται ταπείνωση, χρειάζεται τόλμη, χρειάζεται πίστη. “Μή φοβοῦ, μόνο πίστευσον”, μας προσκαλεί σήμερα ο Χριστός, προκειμένου να κάνει το θαύμα στη ζωή μας. Αρκεί να Τον εμπιστευτούμε, να του δώσουμε χώρο να σταθεί μέσα στην καρδιά μας. Αυτή είναι και η προσευχή μας, σε κάθε Λειτουργία και σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας: “ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα”.


_____________

1Λουκ. 8, 48.

2Λουκ. 8, 50.