Κυριακή ΣΤ’ Λουκά

(Λουκ. 8, 27-39)

Μεστή η διήγηση του σημερινού Ευαγγελίου και γεμάτη διδάγματα. Η ιστορία είναι λίγο – πολύ γνωστή σε όλους: φτάνοντας ο Κύριος σε μία πόλη, στη χώρα των Γεργεσηνών, συναντά έναν άνθρωπο δαιμονισμένο που δεν φορούσε ρούχα και περιφέρονταν σαν αγρίμι στις ερημιές. Τα δαιμόνια αμέσως αναγνωρίζουν τον Θεό στο πρόσωπο του Χριστού, και ζητούν από αυτόν να μην τα εξορίσει στην άβυσσο, αλλά να τους επιτρέψει να εισέλθουν σε μια αγέλη χοίρων. Έτσι και έγινε, και ευθύς οι χοίροι έπεσαν με ορμή στον γκρεμό και σκοτώθηκαν. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός στην πόλη, βγήκαν οι κάτοικοι να δουν το θαύμα με τα ίδια τους τα μάτια, και βρήκαν τον πριν δαιμονισμένο ήρεμο και ντυμένο να κάθεται κοντά στα πόδια του Ιησού και να ακούει ευλαβικά τους λόγους Του. Ωστόσο, αντί να θαυμάσουν και να πιστέψουν στη μεγαλοσύνη του Θεού, εκείνοι κυριευμένοι από φόβο ζήτησαν από το Χριστό να φύγει μακριά από τη χώρα τους. Μόνος ο πριν δαιμονισμένος παρακαλούσε τον Κύριο να τον πάρει μαζί Του, ο Ιησούς όμως του είπε να επιστρέψει στο σπίτι του και να διηγείται σε όλους το θαύμα που τού έκανε ο Θεός.

Μνήμη Ευαγγελιστού Λουκά (18 Οκτωβρίου)

(Λουκ. 10, 16-21)

Ένα στιγμιότυπο από τη ζωή του Κυρίου μας και την αποστολή των μαθητών Του να διδάξουν στον κόσμο, μάς περιγράφει η σημερινή Ευαγγελική περικοπή, μιας και εορτάζουμε τη μνήμη του αγίου εαγγελιστού Λουκά. Και από τη διήγηση αυτή τρία είναι τα κυριότερα σημεία, που αντανακλούν άμεσα και στη δική μας κλίση και ιδιότητα ως μαθητών του Χριστού.

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

(Λόγος που εκφωνήθηκε από τον αρχιμ Χερουβείμ Βελέτζα στις 24-12-2004 στον Ι. Ν. Αγίου Σπυρίδωνος Κέρκυρας, στον Εσπερινό της εορτής των Χριστουγέννων.)


«Λαθών ετέχθης υπό τό Σπήλαιον, αλλ' ουρανός σε πάσιν εκήρυξεν, ώσπερ στόμα, τόν Αστέρα προβαλλόμενος Σωτήρ, Καί Μάγους σοι προσήνεγκεν, εν πίστει προσκυνούντάς σε, μεθ' ών ελέησον ημάς.»

Τον μυστικό Επισκέπτη, τον Επουράνιο Βασιλέα, τον Δημιουργό πάσης της κτίσεως, τον συνομιλητή του Αδάμ στον Παράδεισο, τον σαρκωθέντα Λόγο του Θεού και κοινωνό και πάλι των ανθρώπων δοξάζουμε και προσκυνούμε και υμνούμε σήμερα μαζί με τους Μάγους, τους Ποιμένες και τους Αγγέλους,

Κυριακή Δ' Λουκά [ΤΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ]

(Λουκ 8, 5-15)



Η παραβολή του Σπορέως, που ακούσαμε στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, είναι λίγο-πολύ γνωστή σε όλους μας. Ο Κύριος μιλά για το γεωργό εκείνο που πήγε στο χωράφι του για τη σπορά, και άλλοι σπόροι έπεσαν στο δρόμο και πήγαν χαμένοι, αφού καταπατήθηκαν από τους περαστικούς και έγιναν τροφή των πουλιών, άλλοι έπεσαν επάνω στις πέτρες, και μόλις φύτρωσαν λίγο αμέσως ξεράθηκαν, επειδή δεν υπήρχε ούτε χώμα ούτε υγρασία. Άλλοι πάλι έπεσαν σε μέρος γεμάτο αγκάθια, τα οποία έπνιξαν τα νεόφυτα βλαστάρια, και εκείνοι τέλος που έπεσαν στην εύφορη γη, και αναπτύχθηκαν τα φυτά και απέδωσαν καρπό εκατονταπλάσιο.

Πάντα υπάρχει μετάνοια!

Συχνά αναλογιζόμενοι το μέγεθος και το πλήθος των αμαρτιών μας, την απόσταση και το χάσμα που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε και μας χωρίζει από το Θεό, νοιώθουμε αδύναμοι να κινηθούμε προς την κατεύθυνση που θα θέσει τέρμα σ’ αυτή την οδυνηρή κατάσταση και θα αποκαταστήσει στην προηγούμενη γαλήνη στην καρδιά μας.
Έτσι ακριβώς ένοιωθε μέσα της και η Ταϊσία*. Ήταν κοπέλα με χριστιανικές αρχές. Όταν πριν από χρόνια πέθαναν οι γονείς της διέθεσε την περιουσία της για την διακονία των πατέρων της ερήμου και συχνά τους φιλοξενούσε στο σπίτι της. Έπειτα όμως, αφού ξόδεψε όσα είχε, έπεσε σε στέρηση. Και στη δύσκολη στιγμή που βρέθηκε δεν κατάλαβε τις προθέσεις των σκοτεινών ανθρώπων που την πλησίασαν. Έτσι άρχισε να ζει αμαρτωλά, ώσπου κατάντησε και σε πορνείο. Και στην αρχή βέβαια η γεύση της αμαρτίας ήταν γλυκιά. Σύντομα όμως μεταβλήθηκε σε πίκρα και οδύνη. Τότε η ψυχή καταλαβαίνει πως έχασε την ελευθερία της. Νοιώθει εγκλωβισμένη. Αναζητά διεξόδους και νοσταλγεί το παρελθόν. Εύχεται τα μέχρι τώρα γεγονότα να μην είχαν συμβεί. Ή να μπορούσε να γύριζε πίσω στο χρόνο και να μην έκανε τα προηγούμενα σφάλματα. Γιατί τώρα…. Τώρα πια μάλλον είναι αργά …

Κυριακή Β’ Λουκά

Σήμερα ο Κύριος μάς ομιλεί, μέσα από την περικοπή του Ευαγγελίου του Λουκά, για την εντολή της αγάπης. Και ξεκινά προτέποντάς μας να συμπεριφερόμαστε στους συνανθρώπους μας όπως ακριβώς επιθυμούμε και οι άλλοι να συμπεριφέρονται προς εμάς, δηλαδή μας λέει ότι αν θέλουμε οι άνθρωποι να μάς αγαπάνε, να μάς σέβονται, να μάς συγχωρούν, τότε κι εμείς πρώτοι θα πρέπει να είμαστε άνθρωποι της αγάπης. Γιατί, συνεχίζει, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, όπως κάνουν οι αμαρτωλοί, και κάνετε καλό μόνο σε εκείνους που σας φέρονται καλά, τότε μέσα σας δεν υπάρχει η χάρις του Θεού. Αν δανείζετε σ’ εκείνους από τους οποίους περιμένετε να έχετε απολαβές, όπως κάνουν οι αμαρτωλοί, τότε η αγάπη γίνεται αντικείμενο δοσοληψίας, τότε η φιλανθρωπία είναι ιδιοτελής, τότε δεν υπάρχει αγάπη, αλλά συμφέρον και εγωισμός. Γι αυτό, πάλι μας προτρέπει, να αγαπάτε τους εχθρούς σας, και να πράττετε το αγαθό και να δανείζετε χωρίς να περιμένετε σε καμία ανταπόδοση, και τότε ο μισθός σας θα είναι πολύς, και θα είστε γνήσια παιδιά του Υψίστου, μιας που ο ίδιος ο Θεός ευεργετεί ακόμα και τους αχάριστους και πονηρούς ανθρώπους. Να είστε ελεήμονες, καταλήγει στο λόγο Του ο Χριστός, όπως ελεήμων είναι και ο Πατέρας σας.

Η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος


Οι Ιερές Εικόνες, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα, διαδόθηκαν από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, πρώτα βέβαια με την απλή μορφή των συμβόλων και αργότερα, όταν πια κατέπαυσε η απειλή των διωγμών, με σαφείς μορφές και παραστάσεις. Κάποιοι χριστιανοί, επηρεασμένοι από την ειδωλολατρική παράδοση και πρακτική, νόμιζαν πως οι εικόνες είναι σαν τα είδωλα. Έτσι, μερικοί από αυτούς τις λάτρευαν με έναν τρόπο παγανιστικό, ειδωλολατρικό, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αντικαθιστούν την Θεία Κοινωνία με ξύσματα από τα υλικά των εικόνων που τα διέλυαν στο νερό. Οι άλλοι, βλέποντας αυτές τις ακρότητες, τις απέρριπταν.