Αγ. Ιωάνου Χρυσοστόμου: Λόγος εἰς Πέτρον τόν ἀπόστολον καί Ὴλίαν τόν προφήτην (Μέρος Β')

PG 50, 735 εξ.
(Απόδοση στη Νεοελληνική: π. Χερουβείμ Βελέτζας)

Μέρος Α'

β. Γιατί όμως αφού στάθηκα μέχρι τον Πέτρο ανέλυσα την υπόθεση ότι είναι τέτοια, και δεν ανεβαίνω με λίγα λόγια και σε άλλο πρόσωπο; Φέρε μου στο μέσον· και εννοώ τον Ηλία, τον προφήτη εκείνο, τον επίγειο άγγελο και επουράνιο άνθρωπο, εκείνον που βάδιζε κάτω και κρατούσε τα ουράνια ηνία, τον τρίμετρο άνθρωπο και βαδίζοντα στα ύψη, εκείνον που πέταξε μέχρι τις αψίδες του ουρανού, τον ταμία των υδάτων, του οποίου η γλώσσα έγινε θησαυρός των υδάτων και κλειδί των ουρανών· ο πτωχός και πλούσιος, ο απλούς και φιλόσοφος, πτωχός μεν επειδή δεν είχε τίποτα, πλούσιος δε επειδή στην γλώσσα του κατείχε τα σύννεφα της βροχής. Και αυτός ήταν επίσης απότομος προς τους αμαρτάνοντας ούτως ώστε να ευχηθεί κάποτε να μη βρέξει· και τι λέει; “Ζει Κύριος”, λέει, “αν βρέξει παρεκτός αν το πω εγώ” (Βλ. Α' Βασιλ. 17 εξ.).
Που είναι οι αιρετικοί οι οποίοι λένε ότι ο Υιός του Θεού προσεύχεται; Άθλιε και ταλαίπωρε και αναίσχυντε, ο Ηλίας αποφαίνεται και ο Υιός εύχεται; ο δούλος προστάζει και ο Δεσπότης παρακαλεί; δεν χαρίζεις σε αυτόν την τιμή όπως στον Ηλία; δεν θέλεις όπως στον δούλο έτσι και στον Δεσπότη να χαρίσεις την ίδια μοίρα; Δεν προσεύχεται εκείνος, ούτε παρακαλεί, αλλά προέβαλε λόγο αληθείας και τον ουρανό έκλεισε. Προσευχήσου πρώτα, Ηλία. Αλλά τι (λέει) ο Ηλίας; γνωρίζω ότι ο Δεσπότης μου με υπακούει, γιατί αυτό το κάνω από ζήλο. Ω καινά και παράδοξα πράγματα! Είδες τον Δεσπότη νικημένο από την εύνοια προς τον δούλο; Γιατί ο Ηλίας αυτό το έκανε από πολύ ζήλο. Διότι έβλεπε να γίνονται πολλά άτοπα, έβλεπε την πορνεία να πολιτεύεται με πολλή κακία. Καθότι ήταν νύχτα, και γιαυτό είχε κυριεύσει ολόκληρη την οικουμένη, και πυκνότατο σύννεφο κάλυπτε τα σύμπαντα. Γιατί όλοι προέκοπταν στο κακό· επρόκειτο για οικουμενικό ναυάγιο, όχι στα ύδατα αλλά στην ασέλγεια· είχε πάρει πόδι η σωφροσύνη και προβαλλόταν η η ακολασία· η αρετή διώκονταν και η κακία θριάμβευε· τα βουνά και τα όρη και οι δασωμένες κοιλάδες και οι οδοί και τα σύννεφα και ο αέρας μολύνονταν, ο ήλιος μαύριζε, η γη μιαίνονταν, ο ουρανός εξουθενωνόταν, όλη η κτήση νοσούσε από την ειδωλολατρεία· όλοι περπατούσαν σαν σε νύχτα, χωρίς να προσέχουν τίποτα από τα κτιστά, λίθο έβλεπαν και σαν θεό τον προσκυνούσαν, ξύλο έβλεπαν κι αυτό ομοίως θεό το νόμιζαν. Νύχτα πυκνότατη κατείχε αυτούς, τον κτίστη έβλεπαν και τα κτίσματα προσκυνούσαν. Μόνος ο Ηλίας είχε τον λύχνο της αρετής, καθισμένος σαν σε κορυφή βουνού και ασκώντας την φιλοσοφία, μόνος μεν έχοντας τον λύχνο της ευσεβείας, ενώ κανέναν δεν ωφελούσε το φώτισμα επειδή βρίσκονταν σε σκότιση του νου και τους κατείχε η ειδωλολατρεία. Μάνιαζε λοιπόν ο Ηλίας, φούντωνε, οδύρονταν, έλεγε λόγια και κανείς δεν άκουγε, παρακαλούσε και κανείς δεν ανέχθηκε. Λοιπόν, από ζήλο θέλει να καθοδηγήσει και να παιδεύσει αυτούς, ώστε κι αν ακόμα με αυτόν τον τρόπο εξουθενωμένοι από την πείνα φτάσουν με την προσευχή στον Δημιουργό, ώστε (δηλαδή) ο λιμός να γίνει γι αυτούς αφορμή ευσεβείας. Αλλά δεν δύναται σε τίποτα, λέει, να τους εκπαιδεύσει ο λιμός, γιατί έτσι στριμωγμένοι από όλες τις μεριές θα καταφύγουν στον Κτίστη των πάντων.
Τι λέει λοιπόν ο Ηλίας; “Ζει”, λέει, “ο Κύριος, αν βρέξει, παρεκτός όταν το πω εγώ”. Εξήλθε ο λόγος του προφήτη και ευθύς ο αέρας μεταβλήθηκε, ο ουρανός έγινε θαμπός, όχι επειδή μετέβαλλε την φύση του αλλά επειδή χαλιναγωγήθηκε η ενέργειά του· αμέσως τα στοιχεία (της φύσης) μετασχηματίζονταν. Έπεσε ο λόγος του προφήτου σαν πυρετός στα έγκατα της γης και όλα αμέσως ξεραίνονταν, όλα ερημώνονταν, όλα εξαφανίζονταν· έβλεπαν αμέσως τα βότανα να ξεραίνονται, και τα φυτά, και τα δέντρα τα καρποφόρα και τα άκαρπα, στις πεδιάδες και στα παράλια, όλα μαζί ξεραίνονταν, κάθε τι το έμψυχο να αφανίζεται, οδυρμό παιδιών και κλάμα μητέρων και πολλή απόγνωση. Ένας λόγος του προφήτη βγήκε, και βλέπε πόσα προξένησε. Όλα λοιπόν πέθαιναν, τα θηρία, τα ζωντανά, τα παιδιά, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πτηνά όλα· επρόκειτο για οικουμενικό ναυάγιο και η συμφορά κυρίευσε όλη τη γη, κανείς δεν σώζονταν αλλά όλοι πέθαιναν εξαιτίας της ανομβρίας, τα φυτά ξεραίνονταν, οι πηγές, οι ποταμοί, οι λίμνες, και με μια λέξη όλα χάνονταν. Οικουμενικό ναυάγιο κατείχε ολόκληρη την οικουμένη, όχι εξαιτίας πλημμύρας αλλά από την ανομβρία· ο ουρανός ήταν δεμένος και απείχε και όλη την φύση μετέβαλλε. Όλα λοιπόν πέθαναν και χάθηκαν από θεόσταλτη οργή και ο Ηλίας δε νοιαζόταν για τίποτα και για κανέναν, γιατί ήταν μεθυσμένος από τον ζήλο. Ακόμα και τα νήπια πέθαιναν.
Τι κάνεις, Ηλία; έστω, αμάρτησαν οι νέοι, γιατί τα παιδιά βασανίζονται; έστω, αμάρτησαν οι άνθρωποι, τα ζώα γιατί πεθαίνουν μαζί τους; Τόσο μεγάλη ασπλαχνία έχεις περιβληθεί; Δε σε νοιάζει για κανέναν άνθρωπο, δεν έχεις ούτε γυναίκα ούτε παιδί και καταφρονείς αυτούς που χάνονται. Τι λέει ο Θεός προς αυτόν; “Πήγαινε”, λέει, “στον ποταμό Χοράθ, και θα διατάξω κόρακα να σε τρέφει εκεί”. Πάλι με ευχαρίστηση θα έλεγα αφού έφερνα στη μέση τον Ιουδαίο, για να δείξω σε αυτόν ότι ο νόμος τα του νόμου ανέτρεπε, και αυτός (ΣτΜ: δηλαδή Ηλίας) ούτε καθισμένος ούτε όρθιος ήταν· γιατί δεν ήταν ο ίδιος αλήθεια αλλά σκιά· εκείνα ήταν σκιά, αυτά εδώ αλήθεια· εκείνα τύπος, αυτά εδώ πράγματα. Ο Ηλίας τον οποίο σέβεσαι, τον οποίο προσδοκάς να έλθει, για τον οποίο μεγάλο κάνεις λόγο, και τον αποκαλείς προφήτη, αυτός πώς τρέφονταν από κοράκι; Γιατί το κοράκι σύμφωνα με τον (Μωσαϊκό) νόμο είναι ακάθαρτο, κι έτσι διέταξε ο νόμος ώστε το κοράκι να είναι ακάθαρτο. Και πώς λοιπόν ο προφήτης τρέφονταν από το ακάθαρτο κοράκι; γιατί αν ο νόμος έλεγε το κοράκι ακάθαρτο, θα έπρεπε να είναι εντελώς ακάθαρτος εκείνος που τρέφεται από το κοράκι. Αλλά κάτι τέτοιο δε συνέβη, άπαγε, μη γένοιτο! Αλλά ο Ηλίας τρέφονταν από κοράκι επειδή θεωρούσε ότι κανένα από τα κτίσματα του Κυρίου δεν είναι ακάθαρτο.
Έπειτα, επειδή πέρασε καιρός και λοιπόν ο ποταμός στέρεψε, σηκώνει από εκεί (ο Θεός) τον προφήτη σε αναζήτηση τροφής. “Πήγαινε”, λέει, “ στα Σάρεπτα της Σιδώνας και θα διατάξω γυναίκα χήρα να σε διατρέφει εκεί”, αυτό δε ο Θεός το έκανε κατ' οικονομία. Επειδή δηλαδή ο Ηλίας δεν γνώριζε τι συμβαίνει – μιας που καθόταν σε έναν τόπο και δεν έβλεπε τη συμφορά της οικουμένης, πώς όλα είχαν ξεραθεί, οι λίμνες, οι ποταμοί, τα φυτά, τα δέντρα, τα πρόωρα, τα ώριμα, τα καρποφόρα, τα άκαρπα, τα δίπλα στις πηγές, τα παραλίμνια, το χαμό των πτηνών, των ζώων όλων, τον θάνατο των παιδιών,των μητέρων τους οδυρμούς, την οικουμενική εκείνη συμφορά – τον σηκώνει ο Θεός και τον βάζει να πορευθεί την αχανή γη μέχρι τη Σιδώνα, ώστε αφού δει ο Ηλίας ότι έτσι έχουν συμβεί αυτά, να ζητήσει από τον Δεσπότη του να δώσει βροχή. Γι αυτό λοιπόν στέλνει αυτόν σε εκείνη την μακρά οδό, όχι επειδή ο θεός δεν μπορούσε να τον τρέφει εκεί, αλλά επειδή ήθελε να δείξει στον Ηλία την συμφορά, ώστε να Τού ζητήσει να βρέξει. Μπορούσε βέβαια (ο Θεός να βρέξει) και χωρίς αυτόν, αλλά δεν θέλησε να υβρίσει τον δούλο Του, αφήνοντας εκείνον μεν να είναι πρόξενος κακών, τον δε εαυτό Του πρόξενο των αγαθών, αλλά δέχτηκε την παράκληση του δούλου.
Έπειτα εκείνος ούτε με αυτόν τον τρόπο εκάμφθη, αλλά έχοντας κάποια απονία έτσι βάδιζε τον δρόμο, περιβεβλημένος ασπλαχνία, χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, γιατί όπως είπα είχε μεθύσει από ζήλο. Τι έχεις στο μυαλό σου Ηλία; γιατί ενδύθηκες τόσο μεγάλη απανθρωπιά; καταδέξου λίγο, και θα ελεγχθείς και συ ευρισκόμενος υπό την αμαρτία. Για την αμαρτία των κατοικούντων (την γη) κάλεσες ξηρασία, κι έκλεισες τον ουρανό, και έδεσες με χαλινάρι την γη, και τον δρόμο της φύσεως σταμάτησες, και δεν θέλεις καν να δεις αυτά που έχουν συμβεί; Σύντομα και ο ίδιος θα ελεγχθείς ότι βρίσκεσαι υπό την αμαρτία, και θα τύχης φιλανθρωπίας από τον Δεσπότη σου, ώστε να γίνεις φιλανθρωπότερος για τους συνδούλους σου.

Μέρος Γ'


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου