«ἔγνω βοῦς τὸν κτησάμενον καὶ ὄνος τὴν φάτνην τοῦ κυρίου αὐτοῦ· Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω καὶ ὁ λαός με οὐ συνῆκεν» (Ἡσ. α', 3)

Ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ. Μηνολόγιον τοῦ Βασιλείου (11ος αἰ.)


«Ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ. Σπήλαιον καὶ ἔσω εἰς τὸ δεξιόν μέρος ἡ Θεοτόκος γονατιστὴ καὶ βάνουσα τὸν Χριστὸν ὡς βρέφος σπαργανωμένον μέσα εἰς τὴν φάτνην, καὶ ἀριστερὰ ὁ Ἰωσὴφ γονατισμένος, ἔχων τὰ χέρια σταυρωμένα ἐμπρὸς στὸ στῆθος του· καὶ ὄπισθεν τῆς φάτνης ἕνα βοΐδιον καὶ ἕνα ἄλογον, βλέποντα πρὸς τὸν Χριστόν· καὶ ἔξωθεν τοῦ σπηλαίου πρόβατα καὶ ποιμένες, ὁ ἕνας λαλῶν αὐλόν καὶ ἕτεροι βλέποντες ἄνω μετά φόβου· καὶ ἐπάνωθεν αὐτῶν εἷς ἄγγελος εὐλογῶν αὐτούς· καὶ ἀπό τὸ ἄλλο μέρος οἱ μάγοι μετὰ βασιλικῆς στολῆς καθήμενοι ἐπάνω εἰς ἄλογα καὶ δεικνύοντες ἀλλήλοις τὸν ἀστέρα· καὶ ἐπάνωθεν τοῦ σπηλαίου πλῆθος ἀγγέλων μέσα εἰς νέφαλα (sic), βαστάζοντες χαρτὶ μὲ αὐτὰ τὰ γράμματα· "Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπί γῆς εἰρήνη· ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία". Καὶ ἐπάνωθεν εἰς τό μέσον αὐτῶν ὁ ἀστήρ, ἔχων ἀκτῖνα μεγάλην κατερχομένην ἕως τῆς κεφαλῆς τοῦ Χριστοῦ (Λουκ. β', 6. Ματθ. β',25)»1.

«ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν»[1]


 

«Μέσα σέ τούτη τήν κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος πού ζοῦμε, ὧρες - ὧρες  φανερώνεται καθαρά στόν ἄνθρωπο πού ζεῖ μέσα στήν κοινωνία, ἡ σκληρή ὄψη της καί παγώνει ἡ καρδιά του. ... Ἄχ! Πουθενά δέν ὑπάρχει ἀγάπη. Ὅλα τἄχει σκεπασμένα μέ τά μαῦρα καί φαρμακερά φτερά της ἡ νυχτερίδα πού λέγεται κακία. Σπίτια, μαγαζιά, δρόμοι, συγγένειες, φιλίες, αἰσθήματα, ὅλα εἶναι μολεμένα ἀπό τήν κακία. Δίκες, καυγάδες, ἔχθρητες, πεῖσμα, φθόνος. Κακία! Κακία! Ἀπονιά ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, σκληρότητα, ἀδιαφορία τοῦ ἑνός γιά τόν ἄλλον, κι ἄς λένε ὁλοένα πώς εἶναι ἀδέρφια.»[2]

Η σκηνή του Λόγου

Η κατάθεσις της τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου (31 Αυγούστου)
Εβρ. θ΄, 1-7



    Η αγία μας Εκκλησία εορτάζει σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, την κατάθεση της Τιμίας Ζώνης της Υπεραγίας Θεοτόκου στον ναό που είχε ανεγερθεί προς τιμήν της στην συνοικία Χαλκοπρατεία της Κωνσταντινουπόλεως. Το αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής, το οποίο ακούσαμε νωρίτερα, αναφέρεται στην Σκηνή του Μαρτυρίου, η οποία αποτελεί προτύπωση της Υπεραγίας Θεοτόκου, όπως θα δούμε στην συνέχεια. Η Σκηνή του Μαρτυρίου, μάς λέει ο απόστολος Παύλος, ήταν διπλή· η πρώτη σκηνή, στην οποία ήταν τοποθετημένα η επτάφωτη λυχνία και η τράπεζα και η πρόθεση που προσέφεραν τους άρτους, ονομάζονταν «Άγια». Στη συνέχεια ήταν το καταπέτασμα και μετά από αυτό η δεύτερη σκηνή, τα «Άγια των Αγίων», όπου ήταν τοποθετημένα το χρυσό θυμιατήριο και η Κιβωτός της Διαθήκης, ολόγυρα επενδυμένη με χρυσό, μέσα στην οποία φυλάσσονταν οι πλάκες με τις Δέκα Εντολές, η ράβδος του Ααρών που είχε βλαστήσει και μία χρυσή στάμνα που περιείχε μάνα, ενώ στο πάνω μέρος την επεσκίαζαν δύο ολόχρυσα χερουβείμ. Και στην μεν πρώτη σκηνή εισέρχονταν πάντοτε οι ιερείς και επιτελούσαν την λατρεία του Θεού, ενώ στην δεύτερη εισέρχονταν μία φορά τον χρόνο μόνο ο αρχιερέας, αφού πρώτα είχε θυσιάσει κάποια ζώα, προσφέροντας το αίμα τους ως εξαγνισμό δικό του αλλά και του λαού.

Μιμητές των αποστόλων

Κυριακή ι' Εβδομάδος
Α΄ Κορ. δ΄, 9-16

Σήμερα, αδελφοί χριστιανοί, μάς παρακινεί ο απόστολος Παύλος να τόν μιμηθούμε. «Εμάς τους αποστόλους» λέει, «ο Θεός μάς ανέδειξε εσχάτους, σαν να έχουμε καταδικαστεί σε θάνατο, γιατί έχουμε γίνει θέαμα στον κόσμο και για τους ανθρώπους και για τους αγγέλους. Εμείς λογιζόμαστε ανόητοι για τον Χριστό, εσείς όμως φρόνιμοι· εμείς ασθενείς, σείς όμως ισχυροί· εσείς ένδοξοι, εμείς όμως άτιμοι. Μέχρι τώρα πεινάμε και διψάμε και είμαστε γυμνοί, μάς χαστουκίζουν, μετακινούμαστε από τόπο σε τόπο και κοπιάζουμε χειρωνακτικά στην δική μας εργασία. Ενώ μάς βρίζουν, ευλογούμε· μάς καταδιώκουν και υπομένουμε· μάς συκοφαντούν και παρακαλούμε γιʼ αυτούς. Έχουμε γίνει σαν τα αποβράσματα του κόσμου, σκουπίδια για όλους, μέχρι τώρα. Δεν τα γράφω αυτά για να σάς επιπλήξω, αλλά σάς νουθετώ σαν παιδιά μου αγαπημένα· επειδή, ακόμα κι αν έχετε χιλιάδες παιδαγωγούς εν Χριστώ, όμως δεν έχετε πολλούς πατέρες· γιατί εγώ σάς γέννησα εν Χριστώ δια του Ευαγγελίου. Σάς παρακαλώ, λοιπόν, να με μιμηθείτε».