Η σημασία και ο σκοπός της ασκήσεως και της νηστείας


(Ομιλία που εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σερρών κατά τον Κατανυκτικό Εσπερινό της Β΄ Κυριακής των Νηστειών, 28-2-2010)

Σεβασμιώτατε Μητροπολίτα Σερρών και Νιγρίτης κ. Θεολόγε,
σεβαστοί πατέρες,
αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί,
ευρισκόμενοι εν μέσω της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, το θέμα της νηστείας και της εν γένει ασκήσεως αποτελεί ένα από τα πλέον επίκαιρα ζητήματα που απασχολούν την πνευματική μας ζωή και πρακτική, και για τον λόγο αυτό η αποψινή μας ενασχόληση θα εξετάσει τη σημασία που έχουν για τον καθένα από εμάς, αφού προηγουμένως, Σεβασμιώτατε, σας ευχαριστήσω για την αγάπη σας προς την ελαχιστότητά μου και για την ευγενική σας πρόσκληση να εκφράσω στο φιλόχριστο ποίμνιο της καθ Υμάς Μητροπόλεως όχι δικούς μου λόγους, αλλά τα όσα η Αγία Γραφή μάς διδάσκει και οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν διατυπώσει για το κεφαλαιώδες θέμα της ασκήσεως και της νηστείας.
Η άσκηση, αν και αυτονόητη για τον κάθε χριστιανό και ευρύτερα στην Εκκλησιαστική πρακτική, συχνά τυγχάνει λανθασμένης θεώρησης εξαιτίας κυρίως των συγρητιστικών και μανιχαϊστικών τάσεων που κυριαρχούν στην παγκοσμιοποιημένη αντίληψη περί θρησκείας, παραθεωρώντας την ιδιαιτερότητα του χριστιανισμού και ιδιαίτερα της Ορθοδοξίας αναφορικά με την σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, τον κόσμο, ακόμα και αυτή την ύλη. Και όταν μιλάμε για συγκρητισμό, εννοούμε την τάση να εξομοιώνονται τα εξωτερικά στοιχεία της ασκήσεως ανάμεσα στις διάφορες θρησκείες. Το νόημα, όμως, και το περιεχόμενο της ασκήσεως στην Ορθόδοξη ζωή είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που έχει η άσκηση επί παραδείγματι στις ανατολικές θρησκείες, όπου η νηστεία καταλήγει να αποτελεί ένα μηχανιστικό μοντέλο εξαγνισμού. Όταν πάλι μιλάμε για μανιχαϊσμό, εννοούμε τον έντονο διαχωρισμό ανάμεσα στα υλικά και τα πνευματικά, όπου το μεν πνεύμα θεωρείται αγαθό ενώ η ύλη, το σώμα, ότι είναι κάτι το κακό και δαιμονιώδες. Μια τέτοια θεώρηση δεν διασπά μόνο την ενότητα του ανθρώπου, που αποτελείται από σάρκα και πνεύμα, αλλά θεωρεί τον Θεό δημιουργό του κακού, είτε ότι υπάρχουν δυο θεοί, ο ένας αγαθός και ο άλλος πονηρός, που αντιπαλεύουν και ισορροπούν τις δυνάμεις του σύμπαντος.
Δυστυχώς, αυτές οι τάσεις και κοσμοθεωρίες, παρόλο που δεν ανήκουν στην Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, έχουν εμποτίσει πολλούς από εμάς, με αποτέλεσμα να αμβλύνεται τόσο η σημασία της ασκήσεως για τη ζωή μας, όσο και η διάθεσή μας να ακολουθήσουμε τα όσα η Εκκλησία μας ζει και εφαρμόζει μέσα στη μακραίωνη πορεία της. Είναι καθοριστικό πρωτίστως να κατανοήσουμε ότι για τον Χριστιανό ο υλικός κόσμος δεν αποτελεί φορέα του κακού ούτε αντιστρατεύεται στην Θεϊκή βούληση, κάτι που τελικά οδηγεί σε απαξία και αυτού του ανθρώπινου σώματος. Μα, θα πει κανείς, ο Απόστολος Παύλος μιλά για την πάλη ανάμεσα στην σάρκα και το πνεύμα. Σωστά, στην προς Ρωμαίους Επιστολή (Ρωμ. 8, 1-17). Αν διαβάσουμε όμως ολόκληρη τη συνάφεια, θα δούμε ότι δεν εννοεί την ύλη και το πνεύμα, ούτε αναφέρεται σε μια διασπαστική κίνηση του ανθρώπου ανάμεσα στην ψυχή και το σώμα του, αλλά περιγράφει την αντιπαλότητα που αναμφίβολα υπάρχει ανάμεσα στον σαρκικό τρόπο ζωής και την πνευματική εν Χριστώ ζωή, ανάμεσα στο σαρκικό φρόνημα, αυτό του αμαρτωλού ανθρώπου, και στο πνευματικό φρόνημα, του ανθρώπου που έχει αναγεννηθεί εν Πνεύματι Αγίω και έλαβε την υιοθεσία του Θεού. “Εσείς όμως δεν είστε εν σαρκί αλλά εν πνεύματι, επειδή το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας, αν όμως κάποιος δεν έχει μέσα του το Πνεύμα του Χριστού, αυτός δεν ανήκει στον Χριστό“, θα μας πει χαρακτηριστικά (πρβ. Ρωμ. 8, 8-9).
Ο άνθρωπος κατά την Αγία Γραφή δεν θεωρείται δυαλιστικά, αλλά ως ενιαία οντότητα σύνθετη, εκ ψυχής και σώματος, πλασμένη «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Θεού (Γεν. 1, 26-27) και επομένως το σώμα μας δεν αποτελεί φυλακή της ψυχής ούτε εμπόδιο για την κατά Θεόν προκοπή μας, αλλά είναι ναός του Θεού, μέλη Χριστού και ναός του εν ημίν οικούντος Αγίου Πνεύματος (Α’ Κορ. 3, 16 και 6, 15-20). Για τον λόγο αυτό σκοπός του ανθρώπου κατά τον απόστολο Παύλο είναι να καταστήσει το σώμα του «θυσίαν ζωσαν ευάρεστον τω Θεώ» (Ρωμ. 12, 1), να αποβάλλει τα έργα του σκότους και να ενδυθεί τα έργα του φωτός (Ρωμ. 13, 12-14) ώστε να ενωθεί, γενόμενος «έν πνεύμα», με τον Χριστό. Ο αγώνας μας επομένως έχει ως μέριμνα τη νέκρωση των παθών και την ένδυσή μας με τις αρετές, «ἐπὶ πᾶσιν δὲ τούτοις τὴν ἀγάπην͵ ὅ ἐστιν σύνδεσμος τῆς τελειότητος.» (Κολ. 3, 14).
Αυτός ο σύνδεσμος της αγάπης έχει μεγαλύτερη σημασία από κάθε άσκηση που αποσκοπεί στην προσωπική τελείωση του κάθε πιστού, ακόμη και από τη νηστεία αυτή καθαυτή. Η άσκηση, όταν δεν συνοδεύεται από την καλλιέργεια των αρετών και κυρίως από την μεγαλύτερη όλων, την αγάπη, τότε είναι νεκρή και ατελέσφορη. Διαβάζουμε πάλι στην προς Ρωμαίους Επιστολή: «ὁ ἐσθίων τὸν μὴ ἐσθίοντα μὴ ἐξουθενείτω͵ ὁ δὲ μὴ ἐσθίων τὸν ἐσθίοντα μὴ κρινέτω… καὶ ὁ ἐσθίων κυρίῳ ἐσθίει͵ εὐχαριστεῖ γὰρ τῷ θεῷ· καὶ ὁ μὴ ἐσθίων κυρίῳ οὐκ ἐσθίει͵ καὶ εὐχαριστεῖ τῷ θεῷ… οὐ γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ βρῶσις καὶ πόσις͵ ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη καὶ χαρὰ ἐν πνεύματι ἁγίῳ· ὁ γὰρ ἐν τούτῳ δουλεύων τῷ Χριστῷ εὐάρεστος τῷ θεῷ καὶ δόκιμος τοῖς ἀνθρώποις. ἄρα οὖν τὰ τῆς εἰρήνης διώκωμεν καὶ τὰ τῆς οἰκοδομῆς τῆς εἰς ἀλλήλους· μὴ ἕνεκεν βρώματος κατάλυε τὸ ἔργον τοῦ θεοῦ.» (Ρωμ. 14, 3-20).
Για να κατανοήσουμε ακόμη περισσότερο τα παραπάνω, αρκεί να σταθούμε στα λόγια του ίδιου του Χριστού, όταν οι τυπολάτρες Φαρισαίοι Τον ρώτησαν προκλητικά γιατί οι μαθητές Του έτρωγαν με άπλυτα χέρια. Η απάντηση του Κυρίου είναι καταλυτική: «οὐδέν ἐστιν ἔξωθεν τοῦ ἀνθρώπου εἰσπορευόμενον εἰς αὐτὸν ὃ δύναται κοινῶσαι αὐτόν· ἀλλὰ τὰ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενά ἐστιν τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον… ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται͵ πορνεῖαι͵ κλοπαί͵ φόνοι͵ μοιχεῖαι͵ πλεονεξίαι͵ πονηρίαι͵ δόλος͵ ἀσέλγεια͵ ὀφθαλμὸς πονηρός͵ βλασφημία͵ ὑπερηφανία͵ ἀφροσύνη· πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.» (Μαρκ. 7, 14-23). Για άλλη μία φορά βλέπουμε ότι για τον Κύριό μας δεν έχει σημασία το έξωθεν του ποτηρίου αλλά το έσωθεν, δεν κοιτάζει τα σχήματα και τις μορφές της εξωτερικής μας συμπεριφοράς, αλλά εξετάζει και ερευνά τις καρδιές των ανθρώπων. Δεν είναι επομένως οι τροφές εκείνες που μιαίνουν τον άνθρωπο, αλλά η κακία και η πονηρία της καρδιάς, που εκφράζονται διά του στόματος και καταστρέφουν τον μεταξύ μας σύνδεσμο της αγάπης. Από τη στιγμή επομένως που καμία τροφή δεν θεωρείται ακάθαρτη και δεν μιαίνει τον άνθρωπο, σε αντίθεση με την πονηρία και την κακία της καρδιάς μας, η τροφή η ίδια ή η αποχή από τις τροφές δεν έχει από μόνη της άμεση σχέση με τη σωτηρία: «βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παραστήσει τῷ θεῷ· οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα͵ οὔτε ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν… εἴτε οὖν ἐσθίετε εἴτε πίνετε εἴτε τι ποιεῖτε͵ πάντα εἰς δόξαν θεοῦ ποιεῖτε» (Α’ Κορ. 8, 8-10).
Η άσκηση ωστόσο είναι απαραίτητος παράγοντας της εν Χριστώ ζωής, για την επίτευξη των πνευματικών αγωνισμάτων και την κατάκτηση των αρετών: «οὐκ οἴδατε ὅτι οἱ ἐν σταδίῳ τρέχοντες πάντες μὲν τρέχουσιν͵ εἷς δὲ λαμβάνει τὸ βραβεῖον; οὕτως τρέχετε ἵνα καταλάβητε. πᾶς δὲ ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται͵ ἐκεῖνοι μὲν οὖν ἵνα φθαρτὸν στέφανον λάβωσιν͵ ἡμεῖς δὲ ἄφθαρτον. ἐγὼ τοίνυν οὕτως τρέχω ὡς οὐκ ἀδήλως͵ οὕτως πυκτεύω ὡς οὐκ ἀέρα δέρων· ἀλλὰ ὑπωπιάζω μου τὸ σῶμα καὶ δουλαγωγῶ͵ μή πως ἄλλοις κηρύξας αὐτὸς ἀδόκιμος γένωμαι.» (Α’ Κορ. 9, 24-27). Η εγκράτεια επομένως είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της ασκήσεως, η οποία, σε αντίθεση με τα σωματικά αγωνίσματα, προσφέρει άφθαρτα και διαρκή ευεργετήματα στον καθένα μας. Το σώμα πάλι, μέσα από την άσκηση, δεν εξουθενώνεται ούτε θεωρείται εμπόδιο για τη σωτηρία μας, αλλά γίνεται υπηρέτης και συνοδοιπόρος στην πνευματική μας αναζήτηση, στην αναζήτηση του ίδιου του Χριστού. Υπό το πρίσμα αυτό ο ίδιος ο Κύριος θα δικαιολογήσει τους μαθητές Του που δεν τηρούσαν τις νηστείες του φαρισαϊκού Νόμου αλλά και θα προτρέψει τους μετέπειτα χριστιανούς στην διά της νηστείας άσκηση: «μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ΄ αὐτῶν ἐστιν νηστεύειν; ὅσον χρόνον ἔχουσιν τὸν νυμφίον μετ΄ αὐτῶν οὐ δύνανται νηστεύειν· ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ΄ αὐτῶν ὁ νυμφίος͵ καὶ τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.» (Μαρ. 2, 19-20).
Η νηστεία επομένως δεν είναι απλά αποχή από τις τροφές, δεν είναι μια υλική διαδικασία, αλλά αποτελεί πνευματική εκγύμναση και όπλο πνευματικό που αποσκοπεί στην κάθαρση του λογισμού μας: «τὰ γὰρ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικὰ ἀλλὰ δυνατὰ τῷ θεῷ πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων, λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ θεοῦ͵ καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Χριστοῦ» (Β’ Κορ. 10, 3-5). Η εγκράτεια μάλιστα, που επιτυγχάνεται δια της νηστείας, δεν είναι μόνο πνευματική άσκηση, αλλά και καρπός του Αγίου Πνεύματος : «ὁ δὲ καρπὸς τοῦ πνεύματός ἐστιν ἀγάπη͵ χαρά͵ εἰρήνη͵ μακροθυμία͵ χρηστότης͵ ἀγαθωσύνη͵ πίστις͵ πραΰτης͵ ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22-23). Γι’ αυτό το λόγο, και επειδή τελικά η νηστεία αποτελεί θυσία προς τον Θεό, ο ίδιος ο Χριστός στην επί του Όρους Ομιλία Του μας προτρέπει να εφαρμόζουμε τη νηστεία με διάκριση, και κυρίως χωρίς επίδειξη της δήθεν αρετής μας, που καταλήγει σε εγωιστική αυτοδικαίωση: «Ὅταν δὲ νηστεύητε͵ μὴ γίνεσθε ὡς οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί͵ ἀφανίζουσιν γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσιν τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν͵ ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι͵ ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. 6, 16-18).
Η έμφαση εξάλλου στην πνευματική διάσταση της ασκήσεως οδηγεί τον απόστολο Παύλο να την αντιδιαστείλει από την τυπολατρία την οποία χαρακτηρίζει αποστασία από την πίστη, διδασκαλία δαιμονίων, ψευδολόγο και υποκριτική, μιας που παραθεωρεί ότι πάνω από τη σωματική βρίσκεται η πνευματική εκγύμναση για την απόκτηση της ευσέβειας: «τὸ δὲ πνεῦμα ῥητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως͵ προσέχοντες πνεύμασιν πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων͵ ἐν ὑποκρίσει ψευδολόγων͵ κεκαυστηριασμένων τὴν ἰδίαν συνείδησιν͵ κωλυόντων γαμεῖν͵ ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἃ ὁ θεὸς ἔκτισεν εἰς μετάλημψιν μετὰ εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καὶ ἐπεγνωκόσι τὴν ἀλήθειαν. ὅτι πᾶν κτίσμα θεοῦ καλόν͵ καὶ οὐδὲν ἀπόβλητον μετὰ εὐχαριστίας λαμβανόμενον͵ ἁγιάζεται γὰρ διὰ λόγου θεοῦ καὶ ἐντεύξεως. Ταῦτα ὑποτιθέμενος τοῖς ἀδελφοῖς καλὸς ἔσῃ διάκονος Χριστοῦ Ἰησοῦ͵ ἐντρεφόμενος τοῖς λόγοις τῆς πίστεως καὶ τῆς καλῆς διδασκαλίας ᾗ παρηκολούθηκας· τοὺς δὲ βεβήλους καὶ γραώδεις μύθους παραιτοῦ. γύμναζε δὲ σεαυτὸν πρὸς εὐσέβειαν· ἡ γὰρ σωματικὴ γυμνασία πρὸς ὀλίγον ἐστὶν ὠφέλιμος͵ ἡ δὲ εὐσέβεια πρὸς πάντα ὠφέλιμός ἐστιν͵ ἐπαγγελίαν ἔχουσα ζωῆς τῆς νῦν καὶ τῆς μελλούσης.» (Α’ Τιμ. 4, 1-8). Δηλαδή: το Πνεύμα του Θεού λέει ρητά ότι στους ύστερους χρόνους κάποιοι θα αποσκιρτήσουν από την ορθή πίστη, και θα δίνουν προσοχή σε πονηρά πνεύματα και σε διδασκαλίες δαιμονίων, και με υποκρισία θα διαδίδουν ψεύδη, καυτηριάζοντας την ίδια τους τη συνείδηση, θα εμποδίζουν τον γάμο και θα προστάζουν αποχή από τις τροφές, τις οποίες ο Θεός έδωσε για να τις προσλαμβάνουν με ευχαριστία οι πιστοί και όσοι γνώρισαν την αλήθεια. Διότι κάθε κτίσμα του Θεού είναι καλό, και όχι απορριπτέο, όταν προσλαμβάνεται με ευχαριστία, γιατί αγιάζεται διά του λόγου του Θεού και διά της προσευχής. Αυτά συμβουλεύοντας στους αδελφούς, θα είσαι καλός διάκονος του Ιησού Χριστού, τρεφόμενος από τους λόγους της πίστεως και από την καλή διδασκαλία που παρακολούθησες. Τους δε βέβηλους και γραώδεις μύθους να τους εγκαταλείψεις, και να γυμνάζεις τον εαυτό σου στην ευσέβεια. Διότι η σωματική άσκηση έχει σύντομη ωφέλεια, ενώ η ευσέβεια είναι για πάντα ωφέλιμη, και φέρει την επαγγελία και της παρούσης αλλά και της αιωνίου ζωής.
Βλέπουμε πάλι πόσο μεγάλη σημασία έχει η διάκριση ανάμεσα στη διδασκαλία της Εκκλησίας και στους μύθους που συχνά συνοδεύουν τους ανθρώπους και μπερδεύουν την πνευματική μας ζωή. “γραώδεις μύθους” τους αποκαλεί ο Απόστολος Παύλος, και όχι άδικα. Δεν είναι λίγες οι φορές που πολλά από όσα εφαρμόζουμε, ακόμα και στα θέματα της νηστείας, δεν τα στηρίζουμε στην μελέτη της Αγίας Γραφής ή στη διδασκαλία των ποιμένων της Εκκλησίας μας, των Επισκόπων, των ιερέων, των πνευματικών μας πατέρων, αλλά σε όσα ακούμε από τις γριούλες γύρω μας, ή επειδή έτσι το λέει ο δείνα. Τότε όμως, δυστυχώς, υποβιβάζουμε την ευσέβεια σε τυπολατρία και ακόμη χειρότερο σε δεισιδαιμονία, και φαντάζομαι πως τα παραδείγματα τέτοιων αψυχολόγητων και έξω από την Ορθόδοξη πνευματικότητα πρακτικών είναι γνωστά γύρω μας. Για τον λόγο αυτό και ο ίδιος ο Κύριος τονίζει με έμφαση ότι η προσκόλληση στους τύπους και στις ανθρώπινες «παραδόσεις» καταλήγει τελικά να καταλύει το ίδιο το Ευαγγέλιο (βλ. Μαρ. 7, 1-8).
Η άσκηση επομένως είναι χρήσιμη για την πνευματική μας εν Χριστώ ζωή, όταν και εφόσον αποτελεί πνευματικό αγώνισμα που δεν προσκολλάται στους τύπους, όταν δεν θεωρούμε τον μη ασκούμενο ως αμαρτωλό και δεν εξουθενώνουμε τους αδελφούς μας στην εξωτερική τήρηση των εντολών του Θεού. Όταν δηλαδή γίνεται με πλήρη συνείδηση ότι απώτερος σκοπός είναι η πνευματική μας εκγύμναση, η αύξηση της πίστεως και της ευσεβείας μέσα στις καρδιές μας, η πλήρωση με την αγάπη του Χριστού που κοινωνείται και εκφράζεται προς όλους τους αδελφούς μας, όταν στοχεύει στην αναζήτηση των αρετών και εν τέλει του ίδιου του Νυμφίου Χριστού, μακριά και έξω από κάθε τάση αυτοδικαίωσης έναντι των ασθενέστερων αδελφών μας, πέρα από κάθε θεώρηση του εαυτού μας ως «καθαρού» ή δεδικαιωμένου εξαιτίας της πιστής τηρήσεως ακόμη και αυτής της νηστείας.
Στο σημείο αυτό, αξίζει να εντρυφήσουμε στους λόγους μερικών από τους Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας μας. Λέει ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος: “εάν κάποιος ασκείται στην αγνεία ή στην εγκράτεια, να μην υπερηφανεύεται, για να μη χάσει το μισθό του. Μην ατιμάζετε τις εορτές, μην καταργείτε την Τεσσαρακοστή, γιατί είναι μίμηση της ζωής του Χριστού. Μην παραβλέπετε την Εβδομάδα του Πάθους. Να νηστεύετε Τετάρτη και Παρασκευή, και να δίνετε αυτό που περισσεύει στους φτωχούς. Όποιος νηστεύει Σάββατο ή Κυριακή, εκτός από το Μέγα Σάββατο, εκείνος είναι χριστοκτόνος” (επιστολή προς Φιλιππησίους).
Και ο Μέγας Βασίλειος τονίζει: “ δεν είναι αρκετή από μόνη της η αποχή από τις τροφές, για την επαινετή νηστεία. Αλλά ας νηστέψουμε την δεκτή νηστεία, εκείνη που είναι ευάρεστη στον Θεό. Αληθινή νηστεία είναι η αποξένωσή μας από το κακό, η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από τον θυμό, η απομάκρυνση των επιθυμιών, της καταλαλιάς, του ψεύδους, της επιορκίας. Η στέρηση από αυτά είναι αληθινή νηστεία. Και όταν αυτά τηρούνται, τότε η νηστεία είναι ωφέλιμη” (Λόγος περί νηστείας).
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης: “ η αληθινή νηστεία είναι η αποχή από κάθε κακό. Ας νηστέψουμε λοιπόν πρώτα από τους πονηρούς λογισμούς που κατοικούν στην καρδιά και μας φλογίζουν με έκτοπες επιθυμίες”. Και συνεχίζει: “ας νηστέψουμε και κατά δεύτερο λόγο από την ποσότητα και από την ποιότητα των τροφών σε τέτοιο βαθμό, όσο η δύναμη του σώματός μας αντέχει. Γιατί, λέει ο Απόστολος, ο καθένας καθώς προαιρείται στην καρδιά του, όχι εξαιτίας λύπης ή ανάγκης, διότι το ιλαρόν αγαπά ο Θεός και το κατά δύναμιν” (Επιστολή Κατηχητική).
Δεν θα σας κουράσω άλλο. Ως κατακλείδα της διδασκαλίας των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας μας, ας είναι τα όσα γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στον Λόγο του περί των αγίων Νηστειών: “Είναι καλόν η παρθενία, αλλά εάν παντρευτείς δεν αμάρτησες. Είναι καλό να νηστεύει κανείς κάθε ημέρα, αλλά εκείνος που νηστεὐει να μην κρίνει εκείνον που τρώει. Σε αυτά τα θέματα ούτε να νομοθετεί, ούτε να πιέζει, ούτε να πειθαναγκάζει πρέπει κανείς το ποίμνιο που του εμπιστεύτηκε ο Θεός, αλλά μάλλον με πειθώ και ηπιότητα, και με λόγο μεστό να τους τα υπενθυμίζουμε. [...]
Έτσι λοιπόν γνωρίζουμε την εξ' αγράφου παραδόσεως συνήθεια της Εκκλησίας, μία εβδομάδα πριν την Νηστεία να κρατούμε, απέχοντας μόνο από κρέας, κατά την οποία δεν τελείται η Προηγιασμένη. Και έξι εβδομάδες νηστείας, κατά τις οποίες τελείται η Προηγιασμένη και απέχουμε από κρέας, τυρί και αυγά. Την δε εβδομάδα του Πάθους έχει θεσπισθεί ξηροφαγία, και δεν τελείται ούτε Προηγιασμένη. Έπειτα τελείται η Θεία Λειτουργία την Μεγάλη Πέμπτη, κατά την οποία και μας εδόθη (από τον Κύριο). Και την Μεγάλη Παρασκευή κρατούμε παντελή ασιτία, μέχρι το βράδυ του Σαββάτου, που καταλύουμε από τα υπόλοιπα, παρεκτός από κρέας. Την δε αγία της Αναστάσεως Κυριακή, την μία των Σαββάτων, καταλύουν και κρέας όσοι θέλουν. Αυτή τη σειρά έχουμε παραλάβει. Αυτός είναι ο κοινός όρος και νόμος της Εκκλησίας, τον οποίο είδαμε να επιτελείται και στον άγιο Ναό της Χριστού Αναστάσεως. Το να κρατεί κανείς και να επαυξάνει την αρετή σε βάρος του κακού, δεν είναι αδόκιμο, ούτε απορριπτέο, αλλά ευάρεστο σε Θεό και ανθρώπους. Όχι όμως εκ βίας ή εξ' ανάγκης, αλλά διά της πειθούς, και πολύ περισσότερο εξαιτίας των δυσκολιών της εποχής μας. Γιατί και τα δύο είναι χρήσιμα και απαραίτητα, να αυξάνουμε δηλαδή το καλό και να αποφεύγουμε τη βία. Ποιος θα μπορούσε να μας δώσει (τη δύναμη) ώστε καθ΄ όλο το χρόνο της ζωής μας να επιτελέσουμε μία νηστεία; Αλλά άλλος είναι ο τρόπος της παραινέσεως και άλλος ο της νομοθεσίας. Ας είναι αρκετά αυτά που το Άγιον Πνεύμα νομοθέτησε. [...]
Ο δε Θεός της ειρήνης, που ένωσε αμφότερα και κατέλυσε το μεσότοιχο της έχθρας με τον Σταυρό Του και μας συμφιλίωσε με τον Πατέρα Του, ας επιδαψιλεύσει στην Εκκλησία την ειρήνη Του, την πάντα νουν υπερέχουσα, και ας εξαλείψει τα σκάνδαλα, και ας μας αξιώσει να νηστεύουμε νηστεία δεκτή, αυτή που ο ίδιος επέλεξε. ας δίνει στους πεινασμένους άρτο, τον του σώματος αλλά και πολύ περισσότερο τον της ψυχής, και ας μας κάνει να νηστεύουμε και να τρώμε και να εορτάζουμε πνευματικά, κάνοντάς τα όλα και σκεπτόμενοι και ομιλώντας προς δόξαν Θεού. Ώστε να μη βλασφημείται το όνομά Του σε όλα τα έθνη εξαιτίας μας, αλλά μάλλον να δοξάζεται. Διότι σε Αυτόν ανήκει η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν”.



Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...