Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου



«Μὴ προσευξώμεθα φαρισαϊκῶς, ἀδελφοί· ὁ γὰρ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ταπεινωθῶμεν ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, τελωνικῶς διὰ νηστείας κράζοντες· Ἱλάσθητι ἡμῖν ὁ Θεός, τοῖς ἁμαρτωλοῖς».

Με τον όμορφο αυτόν ύμνο, αγαπητοί μου αδελφοί, που ψάλλαμε χτες στον Εσπερινό και σήμερα το πρωί, λίγο πριν τη Δοξολογία και την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, συνοψίζει η αγία μας Εκκλησία την περικοπή του Ευαγγελίου που ακούσαμε νωρίτερα, και μάς εισάγει στο βαθύτερο νόημα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, στην οποία σε λίγες ημέρες, συν Θεώ, θα εισέλθουμε. Και το κύριο έργο της Σαρακοστής, όπως μάς λέει, δεν είναι η νηστεία αλλά η προσευχή. Γιαυτό και ο ύμνος, όπως άλλωστε και ο Χριστός διηγούμενος την παραβολή, επικεντρώνεται στον τρόπο της προσευχής.

«Ας μήν προσευχηθούμε με τον τρόπο του φαρισαίου, αδελφοί», μάς προτρέπει, «γιατί εκείνος που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί». Θα μπορούσε να πει «ας μη προσευχόμαστε φαρισαϊκά», λέει όμως «ας μη προσευχηθούμε» για να μάς αποτρέψει από αυτόν τον πειρασμό, ακόμα κι αν μάς πειράξει μία μόνο φορά. Γιατί η μία και μόνη στιγμή υπερηφανίας έριξε τον διάβολο από τις αγγελικές τάξεις. Η υπερηφάνεια είναι και ο τρόπος της προσευχής του φαρισαίου. Επειδή, δηλαδή, τηρούσε τις νηστείες, τις εντολές του δεκαλόγου και τις άλλες διατάξεις του νόμου, νόμιζε ότι δικαιωματικά τού ανήκε κάθε επιβράβευση από τον Θεό, και ότι μπορούσε, ως δίκαιος αυτός, να κρίνει και να κατακρίνει τον τελώνη και γενικά τους λοιπούς των ανθρώπων. Δεν κατέκρινε μονάχα τον τελώνη, ούτε τους αμαρτωλούς μόνο, αλλά όλους τους ανθρώπους. Τόσο μεγάλη υπερηφάνεια είχε, γι αυτό και ο Κύριος κατέκρινε αυτού του είδους την προσευχή.

Άμα διαβάσουμε τους Πατέρες της Εκκλησίας, θα δούμε ότι μάς αποτρέπουν να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους· οι άγιοι μάλιστα, ακόμα κι όταν κατόρθωναν να αποκτήσουν όλες τις αρετές, θεωρούσαν πάντα τον εαυτό τους ως οφειλέτη απέναντι στον Θεό, ως αχρείο δούλο που απλά έκανε το καθήκον του, και μὰλιστα στο ελάχιστο. Δεν εξαγοράζουμε, αδελφοί, την Βασιλεία του Θεού με την αξία μας, αλλά μάς εξηγόρασε ο Χριστός από την κατάρα του νόμου με το τίμιο αίμα του. Αν νομίσουμε πως πετύχαμε κάτι, τότε εύκολα θα πέσουμε στην αυτοδικαίωση, στην υπερηφάνεια, στην κατάκριση του πλησίον, στην οργή, στην αγανάκτηση, στον φθόνο, στη συκοφαντία και σε κάθε άλλο κακό. Πονηροί, όμως, καρποί δεν βγαίνουν από αγαθά δένδρα.

Ας ταπεινωθούμε, λοιπόν, ενώπιον του Θεού. Ας μη ζυγιάζουμε την «δικαιοσύνη» μας με τα έργα των ανθρώπων, αλλά ας έχουμε ως γνώμονα της ζωής μας την δικαιοσύνη του Θεού. Αν έχουμε προ οφθαλμών μας τον Θεό, θα προσευχόμαστε μαζί με τον προφήτη Δαβίδ, λέγοντας: «Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου,... εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν». Ενώπιον, λοιπόν, του Θεού, κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι δίκαιος. Γι αυτό και μάς προτρέπει σήμερα ο Χριστός, να είναι η προσευχή μας σαν του τελώνη, που έριξε καταγής το πρόσωπό του και στέναζε: -Θεέ μου, σπλαγχνίσου με τον αμαρτωλό. Ιδού ο τρόπος της προσευχής του τελώνη: η αυτομεμψία, η αδιαφορία για τα έργα των άλλων ανθρώπων, η συντριβή, τα δάκρυα, η μετάνοια, η νηστεία, η ταπείνωση.

Η ταπείνωση του εκατόνταρχου, της χαναναίας, της αιμορροούσης, παράλληλα με την πίστη, έλκυσαν την αγάπη του Χριστού, ώστε να γίνει το θαύμα. Η ταπείνωση της Σαμαρείτιδας την οδήγησε όχι απλά να συνομιλεί με τον Χριστό, αλλά και να τής αποκαλύψει ο ίδιος ότι είναι ο Θεός και Σωτήρας του κόσμου. Η ταπείνωση της πόρνης και του ληστού ήταν που προκάλεσε το έλεος και τη συγγνώμη του Θεού. Η ταπεινοφροσύνη, η αίσθηση δηλαδή ότι δεν είμαστε τίποτα, ότι δεν είμαστε άξιοι ούτε σπουδαίοι ούτε ενάρετοι, αποτελεί το μεγαλύτερο πνευματικό όπλο του χριστιανού. Είπε κάποτε ο Μέγας Αντώνιος: «Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού απλωμένες στη γη, και με αναστεναγμό αναρωτήθηκα· -ποιός, άραγε, μπορεί να τις περάσει; Και άκουσα φωνή να μού λέει: Η ταπεινοφροσύνη».

Ας ταπεινώσουμε, επομένως, την διάνοιά μας. Ας ταπεινωθούμε και διά της νηστείας. Τί σημαίνει αυτό; μάς το εξηγεί ο Μέγας Βασίλειος: «Δεν είναι αρκετή αυτή καθ’ αυτή η αποχή απο τις τροφές για την επεινετή νηστεία, αλλά ας νηστέψουμε νηστεία δεκτή και ευάρεστη στον Θεό. Η αληθινή νηστεία είναι αποξένωση από το κακό, εγκράτεια της γλώσσας, αποχή του θυμού, χωρισμός από τις επιθυμίες, από την καταλαλιά, από το ψέμα, από την επιορκία. Η φτώχια από τούτα είναι αληθινή νηστεία» (PG 31.196). Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι ο υπερήφανος άνθρωπος, ο οποίος μιμείται τον φαρισαίο, στην πραγματικότητα δεν νηστεύει, ακόμα κι όταν τηρεί τις νηστείες. Γι αυτό και συχνά αναζητεί «νηστήσιμες» τροφές που τέρπουν την γεύση ή είναι ακριβές και εξεζητημένες, και με περισσή ευκολία ανεβάζει τον εαυτό του στο θρόνο του μόνου και δίκαιου κριτή.

Γι αυτό, αδελφοί, ας διατηρούμε πάντα στο νου μας αυτή την εικόνα του τελώνη, κι ας τον μιμούμαστε στην προσευχή, στην δια της νηστείας ταπείνωση, στην μετάνοια. Ας έχουμε προ οφθαλμών μας το μέγεθος των δικών μας αμαρτιών και ας προφέρουμε κι εμείς τα ίδια λόγια, «ὁ Θεός, ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», ώστε όπως εκείνος, έτσι κι εμείς, να αξιωθούμε του απείρου ελέους του φιλανθρώπου Θεού, τόσο στην παρούσα ζωή όσο και στην μέλλουσα. Αμήν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...