7 Οκτ 2010

Κυριακή Γ΄Λουκά


H ανάσταση του γιου της χήρας στη Ναΐν

Λουκ. 7, 11-16


Το θαύμα που μας διηγείται σήμερα ο ευαγγελιστής Λουκάς είναι σε όλους μας γνωστό: ο Χριστός, ακολουθούμενος από τους μαθητές Του αλλά και από πολύ κόσμο, πήγαινε να κηρύξει στην πόλη Ναΐν. Καθώς πλησίασαν στην πύλη της πόλεως, συνάντησαν μια νεκρική πομπή, μια χήρα μάνα να συνοδεύει το μονάκριβο παιδί της στην τελευταία του κατοικία, και μαζί της βέβαια αρκετός κόσμος. Όταν την είδε ο Ιησούς, τη σπλαχνίστηκε και της είπε «μην κλαις»· στη συνέχεια πλησίασε τη σωρό και είπε «νεαρέ, σε σένα μιλάω, σήκω!». Αμέσως ο νεκρός ανακάθισε και άρχισε να μιλάει, ο δε Χριστός τον έδωσε στην μητέρα του. Όλος ο λαός που παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα, κυριευμένος από δέος δόξαζε τον Θεό λέγοντας ότι ο Θεός επισκέφτηκε τον λαό Του, στέλνοντας ανάμεσά τους έναν μεγάλο προφήτη.

Το συγκεκριμένο θαύμα είναι ένα από τα ελάχιστα που κάνει ο Χριστός χωρίς να Του ζητηθεί, χωρίς την επιβεβαίωση της πίστεως εκ μέρους εκείνου που δέχεται την έκτακτη ευεργεσία του Θεού. Έχουμε δει ότι πάντα, όσες φορές κάποιος παρακαλούσε τον Κύριο να επέμβει θαυματουργικά, η απάντηση του Χριστού ήταν «ας γίνει κατά την πίστη σου» ή «η πίστη σου σε έσωσε» ή ακόμη «άμα πιστεύεις, όλα είναι δυνατά». Σήμερα επεμβαίνει αυτόκλητα, για να μας δείξει ότι η πίστη αποτελεί προϋπόθεση του θαύματος όχι για τον Θεό, αλλά για μας. Η επέμβαση του Θεού, η βούλησή Του και η δύναμή Του δεν περιορίζονται ούτε προσδιορίζονται από το μέτρο της δικής μας πίστης. Συνδέεται όμως το θαύμα με την πίστη, διότι ο σκοπός ακόμα και του θαύματος είναι η προοπτική της σωτηρίας του ανθρώπου και όχι ασφαλώς η βελτιοποίηση των συνθηκών της εφήμερης ζωής μας. Γι αυτό και ο Θεός θαυματουργεί εκεί όπου υπάρχει πίστη, εκεί που υπάρχει πνευματικό όφελος.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο θαυματουργεί αυτόκλητα σήμερα ο Χριστός, είναι για να μας δείξει ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος. Μόλις ο Χριστός είδε τη θρηνούσα μητέρα την σπλαχνίστηκε, μας λέει ο ευαγγελιστής Λουκάς. Το θαύμα που ακολουθεί, αποτελεί έμπρακτη απόδειξη αυτής Του της φιλανθρωπίας, της άπειρης αγάπης Του για τα πλάσματά Του. Δεν επιθυμεί ο Θεός τον ανθρώπινο πόνο, ούτε την οδύνη, ούτε τον θάνατο. Αυτά είναι αποτελέσματα των δικών μας επιλογών, και αν δεν τα αποτρέπει ο Θεός, όπως επίσης δεν αποτρέπει την πείνα, τους πολέμους, την αδικία κλπ, είναι γιατί δεν θέλει να καταλύσει το αυτεξούσιο του ανθρώπου και περιμένει από εμάς την ορθή και χρηστή άσκηση αυτής της ελευθερίας με την οποία μας έχει προικίσει.
Και το τρίτο σημείο που επισημαίνεται με το θαύμα αυτό είναι ότι ο Χριστός είναι ο νικητής του θανάτου. Ας μη γελάσουμε, σκεπτόμενοι ότι παρά την Ανάσταση του Χριστού, οι άνθρωποι συνεχίζουν να πεθαίνουν. Το ζητούμενο δεν είναι ο σωματικός θάνατος, για τον οποίο άλλωστε πιστεύουμε ότι θα καταλυθεί μόνιμα κατά τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου. Το σπουδαιότερο και ζωτικότερο είναι η αποτροπή του πνευματικού θανάτου, η εσωτερική ανάσταση και ζωή. Δεν είναι τυχαίο που, όταν θέλουμε να περιγράψουμε τα γεγονότα της καθημερινότητας, συχνά μιλάμε για σήψη των ανθρώπων και γενικότερα της κοινωνίας. Στη φύση η σήψη, η φθορά, ο θάνατος, είναι διαδικασίες μη αναστρέψιμες. Μόνη λύση αποτελεί το φτιασίδωμα της ασχήμιας, ενώ η οποιαδήποτε «ανακαίνιση» περιορίζεται σε συντήρηση και εκ νέου επίχρισμα του πεπαλαιωμένου, αν όχι πλήρη αντικατάστασή του. Η πνευματική φθορά και σήψη μοιραία ακολουθεί τη φυσική οδό, της πλήρους δηλαδή αποδόμησης ή αποσύνθεσης, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι αποτελεί και μη αναστρέψιμη κατάσταση.
Η πνευματική όμως μεταστροφή, η πνευματική ανάσταση, εκτός ελαχιστοτάτων περιπτώσεων, είναι αδύνατη χωρίς την πίστη του ανθρώπου και την επέμβαση του Θεού. Και τούτο διότι κατά κανόνα τη μία εσωτερική φθορά ακολουθεί συνήθως μια δεύτερη σοβαρότερη, και μια τρίτη ακόμα χειρότερη. Απόδειξη περί αυτού αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ «πέφτουμε από τα σύννεφα» όταν μάθουμε κάτι το αξιοκατάκριτο για έναν άνθρωπο που έχαιρε της εκτίμησης μας, δυσπιστούμε όταν πληροφορηθούμε την μεταστροφή και καλύτερη διαγωγή κάποιου πεπτωκότος, και περιμένουμε να τον δούμε και πάλι να κατρακυλά.
Ίσως γι αυτό λέμε συχνά ότι «η κοινωνία χρειάζεται κάποιο θαύμα», μια άνωθεν δηλαδή παρέμβαση. Το θαύμα όμως, όπως βλέπουμε ακόμα και στη σημερινή διήγηση, είναι συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο, ή -στην περίπτωσή μας- του ανθρώπου με το Θεό. Ενώ, δηλαδή, η θεϊκή βούληση είναι δεδομένη, τα δικά μας μάτια δεν κοιτάνε προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε ασφαλώς και οι ενέργειές μας. Ουσιαστικά απουσιάζει από την καρδιά μας τόσο η πίστη όσο και η βούληση, σε βαθμό που η επίκληση του θαύματος γίνεται μόνο και μόνο για να αποσείσουμε την προσωπική μας ευθύνη, για να κοιμήσουμε ακόμη μία φορά τη συνείδησή μας.
Ο Χριστός, στον υποψήφιο μαθητή Του που ζήτησε άδεια να πάει πρώτα να θάψει τον πατέρα του, απάντησε «άσε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς» (Μτθ. 8, 22. Λουκ. 9, 60). Σε σύγχρονη μεταγραφή θα λέγαμε ότι η ανάσταση της προσωπικότητάς μας πρώτα και μετά ολόκληρης της κοινωνίας δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί αν συνεχίσουμε να ασχολούμαστε με πράγματα νεκρά, φθοροποιά, γήινα. Είναι επομένως καιρός να αλλάξουμε προσανατολισμό, και τότε θα συμβεί και το θαύμα.