Λόγος εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος

Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου
Λόγος εἰς τά Θεοφάνεια, εἴτουν Γενέθλια τοῦ Σωτῆρος
(αποσπάσματα)


PG 36.312 εξ.
απόδοση στη Νεοελληνική - σημειώσεις: π. Χερουβείμ Βελέτζας

 
Α'. Χριστὸς γεννᾶται͵ δοξάσατε· Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν͵ ἀπαντήσατε· Χριστὸς ἐπὶ γῆς͵ ὑψώθητε. Ἄσατε τῷ Κυρίῳ͵ πᾶσα ἡ γῆ· και για να συμπεριλάβω και τα δύο, ας ευφρανθούν, λέγω, οι ουρανοί και ας χαίρεται η γη για τον επουράνιο κι έπειτα επίγειο. Ο Χριστός [εφάνη] εν σαρκί, ευφρανθήτε με τρόμο και χαρά· με τρόμο για την αμαρτία, με χαρά για την ελπίδα. Χριστός [γεννάται] εκ Παρθένου· γυναίκες να παρθενεύετε, για να γίνετε μητέρες του Χριστού. Ποιος δεν προσκυνεί τον προαιώνιο; ποιος δεν δοξάζει τον τελευταίο[1];

Β'. Πάλι το σκοτάδι διαλύεται, πάλι το φως υφίσταται, πάλι η Αίγυπτος τιμωρείται με σκοτάδι, πάλι ο Ισραήλ φωτίζεται από τον στύλο. Ο λαός ο οποίος κάθεται στο σκοτάδι της αγνοίας, ας δει το μέγα φως της επιγνώσεως. Τα αρχαία παρήλθαν· ορίστε, όλα έγιναν καινούρια. Το γράμμα υποχωρεί, το πνεύμα υπερέχει, οι σκιές φεύγουν, η αλήθεια εισέρχεται. Ο Μελχισεδέκ[2] συνάγεται· ο αμήτωρ γίνεται απάτωρ· την πρώτη φορά χωρίς μητέρα [εγεννήθη], την δεύτερη χωρίς πατέρα. Οι νόμοι της φύσεως καταργούνται. Πρέπει να γεμίσει ο άνω κόσμος. Ο Χριστός προστάζει, ας μη προβάλλουμε αντίρρηση. Όλα τα έθνη χειροκροτήστε, γιατί γεννήθηκε παιδί μικρό για εμάς, υιός και δόθηκε σε εμάς, του οποίου η εξουσία βρίσκεται στον ώμο του – γιατί συνανυψώνεται με τον σταυρό – και το όνομα αυτού είναι μεγάλης βουλής , της του Πατρός, Άγγελος. Ας φωνάξει ο Ιωάννης: «Ἑτοιμάσατε τήν ὁδόν Κυρίου»[3]. Κι εγώ θα φωνάξω την σημασία της ημέρας: Ο άσαρκος σαρκούται, ο Λόγος προσλαμβάνει ύλη, ο αόρατος οράται, ο άπιαστος ψηλαφίζεται, ο άχρονος άρχεται, ο Υιός του Θεού Υιός του ανθρώπου γίνεται, ο Ιησούς Χριστός, χθες και σήμερα ο αυτός και εις τους αιώνας. Οι Ιουδαίοι ας σκανδαλισθούν, οι Έλληνες ας διακωμωδήσουν, οι αιρετικοί ας κουράσουν τη γλώσσα τους. Τότε θα πιστέψουν, όταν τον δούνε να ανεβαίνει στον ουρανό· κι αν όχι τότε, όταν τον δούνε να έρχεται από τους ουρανούς, και να κάθεται ως κριτής.

Γ'. Αυτά μεν αργότερα. Τώρα όμως Θεοφάνια η πανήγυρις, ή Γενέθλια· γιατί και τα δύο λέγονται, φανερώνοντας το ίδιο πράγμα. Διότι φανερώθηκε ο Θεός στους ανθρώπους δια της γεννήσεως· Θεός μεν υπάρχει, και είναι άχρονος εκ του ανάρχου, πάνω από κάθε αιτία και λόγο (διότι δεν υπήρχε λόγος ανώτερος του Λόγου)· άνθρωπος δε έγινε ύστερα για εμάς, ώστε αυτός που έδωσε το είναι να χαρίσει και το εύ είναι· μάλλον δε, αφού εμείς είχαμε εκπέσει από το εύ είναι εξαιτίας της κακίας, για να μάς επαναφέρει πάλι σε αυτό διά τής σαρκώσεως. Επομένως η ονομασία, από μεν την φανέρωση Θεοφάνια, από δε την γέννηση Γενέθλια.

Δ'. Τούτο είναι για εμάς η πανήγυρις, αυτό εορτάζουμε σήμερα, την κατοίκηση του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους, με σκοπό να μετοικήσουμε προς τον Θεό ή να επανέλθουμε (γιατί έτσι είναι σωστότερο να λεχθεί), με σκοπό αφού αποδυθούμε τον παλαιό άνθρωπο, να ενδυθούμε τον νέο. Και όπως με τον Αδάμ πεθάναμε, έτσι με τον Χριστό να ζήσουμε, γεννώμενοι μαζί με τον Χριστό, και συσταυρούμενοι, και συνθαπτόμενοι, και συνανιστάμενοι. Διότι πρέπει να πάθω την καλή αντιστροφή· και όπως από τα χρησιμότερα ήλθαν τα λυπηρά, έτσι [πρέπει] από τα λυπηρά να επανέλθουν τα χρησιμότερα. Γιατί εκεί που επλεόνασε η αμαρτία, υπερεπερίσσευσε η χάρις[4]· και εάν η γεύση κατέκρινε, πόσο περισσότερο εδικαίωσε το πάθος του Χριστού; Γι αυτό επομένως εορτάζουμε, όχι πανηγυρικά, αλλά θεϊκά· όχι κοσμικά, αλλά υπερκόσμια· όχι τα δικά μας, αλλά τα του δικού μας ή μάλλον τα του Δεσπότου· όχι τα της ασθενείας, αλλά τα της ιάσεως· όχι τα της πλάσεως, αλλά τα της αναπλάσεως.

Ε'. Και πώς αυτό γίνεται; Ας μη στεφανώσουμε τα προπύλαια, ας μη διοργανώσουμε χορούς, ας μη στολίσουμε τους δρόμους, ας μη εστιάσουμε το βλέμμα, ας μη παίξουμε μουσική στην ακοή, ας μη εκθηλύνουμε την όσφρηση, ας μη εκπορνεύσουμε την γεύση[5], ας μη χαριστούμε στην αφή, οι οποίες είναι οι πρόχειρες οδοί προς την κακία και οι είσοδοι της αμαρτίας, μήτε να γινόμαστε μαλθακοί με την ενδυμασία την απαλή και πολυποίκιλη, της οποίας το καλύτερο είναι και το πλέον άχρηστο, ούτε με την διαύγεια των λίθων και την λάμψη του χρυσού, ούτε με τα σοφίσματα των χρωμάτων που ψεύδονται το φυσικό κάλλος και αποτελούν εφευρήματα κατά της εικόνας [του Θεού]· ούτε με φαγοπότια και μεθύσια, τα οποία γνωρίζω ότι είναι συνδεδεμένα με ανηθικότητες και ασέλγειες[6]· επειδή από κακούς διδασκάλους τα μαθήματα είναι κακά, μάλλον δε επειδή από πονηρούς σπόρους τα βλαστήματα είναι πονηρά. Ας μη στήσουμε για την γαστέρα στιβάδες ψηλές εδεσμάτων. Ας μη τιμήσουμε τους εύοσμους οίνους, τα μηχανεύματα των μαγείρων, τα πολυτελή αρώματα. Η γη και η θάλασσα ας μη φορτωθούν με την τίμια κόπρο μας ως δώρο· γιατί εγώ έτσι γνωρίζω να αξιολογώ την απόλαυση. Ας μη σπεύδουμε να νικάμε ο ένας τον άλλο στην αμετροέπεια. Γιατί για μένα αμετροέπεια είναι κάθε τι το περιττό και πάνω από την ανάγκη· και αυτά [τα περιττά] ανήκουν σε άλλους που πεινούν και έχουν ανάγκη, και είναι πλασμένοι από τον ίδιο πηλό και από το ίδιο αίμα.

ΣΤ'. [...] Εμείς όμως, που προσκυνούμε τον Λόγο, εάν πρέπει με κάτι να ευφρανθούμε, ας ευφρανθούμε με τον λόγο και με τον θεϊκό νόμο και με διηγήσεις, μεταξύ άλλων, αναφορικά με την παρούσα πανήγυρη· ώστε αυτό στο οποίο εντρυφούμε να είναι οικείο και όχι έξω από την αιτία που μάς συγκέντρωσε.

ΙΒ'. [...] Και επειδή εξαιτίας του φθόνου του διαβόλου και της γυναικείας παρακινήσεως, στην οποία υπέκυψε σαν απαλότερη (αλίμονο στην αδυναμία μου, γιατί δική μου είναι η του προπάτορος), ξέχασε βέβαια την εντολή που είχε δοθεί και ηττήθηκε με την πικρή γεύση· και μαζί, εξαιτίας της κακίας, γίνεται εξόριστος του ξύλου της ζωής και του παραδείσου και του Θεού, και ενδύεται τους δερμάτινους χιτώνες, ίσως την παχύτερη σάρκα και θνητή, και αντίτυπο· και τούτο πρώτο γνωρίζει, την δική του εντροπή, και κρύβεται από τον Θεό. Κερδίζει βέβαια κάτι από αυτά, τον θάνατο και την διακοπή της αμαρτίας, ώστε να μη γίνει το κακό αθάνατο, και γίνεται φιλανθρωπία η τιμωρία. Γιατί εγώ έχω την πεποίθηση ότι έτσι τιμωρεί ο Θεός[7].

ΙΓ'. Και αφού πρώτα παιδεύτηκε με πολλούς τρόπους, αντί των πολλών αμαρτημάτων τα οποία βλάστησε η ρίζα του κακού κατά διαφόρους αιτίες και χρόνους, με λόγο, με νόμο, με προφήτες, με ευεργεσίες, με απειλές, με πληγές, με νερά, με εμπρησμούς, με πολέμους, με νίκες, με ήττες, με σημεία εξ ουρανού, εξ αέρος, εκ γης και εκ θαλάσσης, με ανέλπιστες μεταβολές ανδρών, πόλεων και εθνών, με τα οποία το ζητούμενο ήταν η συντριβή της κακίας. Τέλος έχει ανάγκη ισχυροτέρου φαρμάκου για τις χειρότερες ασθένειες, αλληλοσκοτωμούς, μοιχείες, επιορκίες, ανδρομανίες και το πρώτο και έσχατο όλων των κακών, τις ειδολολατρίες και την μετάθεση της προσκυνήσεως από τον Δημιουργό στα κτίσματα. Αυτά, επειδή είχαν ανάγκη μεγαλυτέρου βοηθήματος, μεγαλύτερο και τυγχάνουν. Και αυτό ήταν ο ίδιος ο Λόγος του Θεού, ο προαιώνιος, ο αόρατος, ο απερίγραπτος, ο ασώματος, η από την αρχή αρχή, το φως εκ φωτός, η πηγή της ζωής και της αθανασίας, το εκμαγείο του αρχετύπου κάλλους, η αμετακίνητη σφραγίδα, η απαράλλακτη εικόνα, ο όρος και λόγος του Πατρός. Χωρεί στην δική του εικόνα και σάρκα φορεί για την σάρκα, και ενώνεται με ψυχή νοερή για την δική μου ψυχή, καθαρίζοντας από την αρχή το όμοιο με το όμοιο. Και γίνεται σε όλα άνθρωπος, εκτός από την αμαρτία, αφού μεν κυοφορήθηκε από την Παρθένο, της οποίας προηγουμένως η ψυχή και η σάρκα είχε καθαρισθεί από το [Άγιο] Πνεύμα (διότι έπρεπε και η γέννηση να τιμηθεί, και η παρθενία να τιμηθεί περισσότερο), προήλθε δε Θεός μετά την σύλληψη, ένα από δύο αντίθετα, από σάρκα και Πνεύμα· εκ των οποίων το μεν εθέωσε, το δε εθεώθη. Ω, της καινούριας μίξεως! Ω, του παραδόξου κράματος! Ο Ων γίνεται και ο άκτιστος κτίζεται, και ο αχώρητος χωρείται, μέσω της νοερής ψυχής η οποία μεσιτεύει προς την θεότητα, και της παχύτητας της σάρκας. Και ο πλουτίζων, πτωχεύει· πτωχεύει τη δική μου σάρκα, για να πλουτήσω εγώ την δική του θεότητα. Και ο πλήρης, κενούται· κενούται μεν από την δική του δόξα για λίγο, για να μεταλάβω εγώ της δικής του πληρώσεως. Ποιος ο πλούτος της αγαθότητος; Τι μυστήριο [πραγματοποιήθηκε] για μένα; Ήμουν μέτοχος της εικόνας, και δεν την εφύλαξα· μεταλαμβάνει την δική μου σάρκα, ώστε και την εικόνα να σώσει και την σάρκα να αθανατίσει.


_______________ 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Τελευταίο αποκαλεί τον Χριστό, ως «ἐρχόμενον κρῖναι ζῶντας καί νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος». Πρβλ. και Αποκ. 1.8: «Ἐγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω, λέγει Κύριος ὁ Θεός, ὁ ὢν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος, ὁ παντοκράτωρ».
[2] Ο Μελχισεδέκ ήταν ο μοναδικός ιερέας της Π. Διαθήκης, ο οποίος δεν προερχόταν από την (ιερατική) φυλή του Λευί, και στο πρόσωπό του προτυπώνεται ο Χριστός, ο οποίος είναι ιερεύς «κατά τήν τάξιν Μελχισεδέκ» (ψαλμ. 109.4), όπως διεξοδικά αναλύεται στο 7ο κεφάλαιο της προς Εβραίους επιστολής.
[3] Μάρκ. 1.3
[4] Ρωμ. 5.20. Για τον παραλληλισμό του Χριστού ως νέου Αδάμ, βλ. Ρωμ. 5.12 – 21.
[5] Αναφέρεται στα αρώματα και στην ποικιλία των τροφών· το εξηγεί πιο κάτω.
[6] Πρβλ. Ρωμ. 13.13: «ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις». 
[7] Κοινό χαρακτηριστικό της Παλαιάς και της Καινής διαθήκης αποτελεί η φιλανθρωπία και η Επαγγελία του Θεού. Και στη μεν πρώτη, η φιλανθρωπία του Θεού εκφράζεται με την παιδαγωγία μέσω του νόμου ως δικαιοσύνη, ενώ η επαγγελία αποτελεί την υπόσχεση της μελλούσης σωτηρίας. Στην δε Καινή Διαθήκη, η φιλανθρωπία του Θεού εκφράζεται με την σάρκωση του Λόγου και το σωτήριο έργο του ως χάρις και έλεος και αγάπη, ενώ η Επαγγελία αποτελεί πραγματοποίηση της υποσχέσεως και παρουσία της Βασιλείας του Θεού, η οποία αναμένεται να θριαμβεύσει με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Υπό το πνεύμα αυτό, οι «τιμωρίες» που επιβάλλει ο Θεός κατά την Παλαιά Διαθήκη εντάσσονται στο πλαίσιο της φιλανθρωπίας του Θεού και συγκεκριμένα ο θάνατος, πέρα από συνέπεια της πτώσεως, καθιστά θνητό και το κακό. Αρκεί να αναλογισθούμε πώς θα συμπεριφερόμασταν εάν γνωρίζαμε πως ό,τι και να διαπράξουμε, θα είμαστε αθάνατοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...