Μνήμη Αγίου Χαραλάμπους (10 Φεβρουαρίου)

Τα της Πίστεως κατορθώματα

Όταν μελετάμε τις διηγήσεις των μαρτυρίων που με καρτερικότητα υπέμειναν οι άγιοι Μάρτυρες της Αγίας μας Εκκλησίας δύο κυρίως πράγματα μας προξενούν την μεγαλύτερη έκπληξη: η ακράδαντη πίστη τους στον Θεό και η άκαμπτη γενναιότητα απέναντι στα ποικίλα βασανιστήρια που μηχανεύονταν τα πολυμήχανα μυαλά των διωκτών του Χριστιανισμού. Ίσως κανείς προτάξει την νεότητα και το ενθουσιώδες του χαρακτήρα που την διακρίνει, ως αιτία αυτής της σθεναρής στάσεως των, νέων συνήθως, Μαρτύρων. Όμως το παράδειγμα αγίων όπως του Αγίου Χαραλάμπους, που τιμάμε την μνήμη του στις 10 Φεβρουαρίου, διαψεύδει κάθε τέτοια θεωρία.

Ο έπαρχος της Μαγνησίας (της Μ. Ασίας) Λουκιανός, όταν κήρυξε τον διωγμό του κατά των Χριστιανών το 202 μ.Χ., θέλησε στο πρόσωπο του Ιερέα Χαραλάμπους να καταφέρει ένα καίριο όσο και εύκολο –όπως τουλάχιστον νόμιζε- πλήγμα στους πιστούς της περιοχής. Εύκολο, διότι ο υπεραιωνόβιος πρεσβύτης, που έφερε πάνω του το βάρος εκατόν δέκα τριών ετών, στη δύση πλέον του βίου του δεν θα παρουσίαζε μεγάλη αντίσταση καίριο δε επειδή η υποχώρηση του ηγέτη της τοπικής εκκλησίας θα εξασθενούσε και τις αντιστάσεις όλων των μελών της. Η αλήθεια είναι πως ένας νέος άνθρωπος αψηφά πολύ εύκολα τη ζωή του, αντίθετα ο ηλικιωμένος αισθανόμενος το τέρμα της επιγείου ζωής επιθυμεί κάθε δυνατή παράταση.
Αυτά σκεπτόμενος ο Λουκιανός, και σε εφαρμογή σχετικού αυτοκρατορικού διατάγματος διωγμού των Χριστιανών, κάλεσε τον Γέροντα Ιερέα ενώπιόν του και του ζήτησε να αρνηθεί τον Θεό που επί τόσα πολλά χρόνια υπηρετούσε. Η άρνηση του Αγίου σηματοδοτεί και την έναρξη των βασανιστηρίων. Η απόφαση είναι σκληρή: δύο πανίσχυροι δήμιοι με σιδερένιες χειράγρες που καταλήγουν σε σουβλερά νύχια αναλαμβάνουν να γδάρουν ζωντανό τον Άγιο. Του γδέρνουν πρώτα το κεφάλι και συνεχίζουν στο μεγαλύτερο μέρος του σώματός του. Η υπομονή όμως και η καρτερικότητα του Αγίου Χαραλάμπους μεταστρέφει τις σκληρές καρδιές τους και τους κάνει να ομολογήσουν τον αληθινό Θεό. Ο Βάπτος και ο Πορφύριος (οι δήμιοι) και τρεις ακόμα χριστιανές αποκεφαλίστηκαν, και το έργο του βασανισμού ανέλαβε ο δούκας Λούκιος. Μόλις όμως επεχείρησε κατά του μάρτυρος, κοπήκανε τα χέρια του από τους αγκώνες κι έμειναν κρεμασμένα πάνω στο καταματωμένο κορμί του Αγίου. Ο Λουκιανός, ύστερα από αυτό το θαυμαστό γεγονός και από τον προσωπικό του συνετισμό –διότι όταν έφτυσε περιφρονητικά τον Άγιο στράφηκε το κεφάλι του ανάποδα και παρέμεινε κοιτώντας προς την πλάτη- αναγκάστηκε να αφήσει ελεύθερο τον Άγιο, ο οποίος παρά τους ιατρικούς όρους, αφού το περισσότερο δέρμα του είχε εκδαρεί, συνέχισε να ζει.
Νέος όμως γύρος μαρτυρίων αναμένει τον Άγιο Χαράλαμπο. Αυτή την φορά ενώπιον του ίδιου του αυτοκράτορα Σεβήρου, που περιοδεύοντας την αυτοκρατορία είχε σταθμεύσει στην γειτονική Αντιόχεια της Πισιδίας. Του καρφώνουν καρφιά στα πλευρά, τον σουβλίζουν στο στήθος, τον ρίχνουν στην πυρά, τον λιθοβολούν, κι όμως ο Μάρτυς δεν λυγίζει! Συνεχίζει με το μαρτύριό του να προσελκύει όλο και περισσότερες ψυχές στον Χριστό, μέχρι και την κόρη του αυτοκράτορα, Γαλήνη. Τελικά καταδικάζεται σε αποκεφαλισμό, παραδίδει όμως την αγία ψυχή του στον Κύριο πριν την εκτέλεση αυτής της τελευταίας αποφάσεως.
Πολλοί, ακόμα και σήμερα, αδυνατούν να κατανοήσουν την τόσο πεισματική εμμονή των μαρτύρων και την ανυποχώρητη στάση τους μπροστά στα βασανιστήρια, φτάνουν δε στο ακρότατο σημείο να θεωρούν αυτήν την κατάσταση ως μια έκφραση ακραίου μαζοχισμού, μίσους και περιφρόνησης προς το ανθρώπινο σώμα. Ακόμα όμως και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν δικαιολογείται η τόσο μεγάλη καρτερικότητα στον πόνο, ούτε βέβαια οι θαυματουργικές οπωσδήποτε διασώσεις και επιβιώσεις από αυτά τα φρικτά, θανατηφόρα βασανιστήρια.
Το θέμα όμως, αν θέλετε, δεν είναι πώς θα αντέξει κανείς στο μαρτύριο, αλλά αν παίρνει ολόψυχα την γενναία απόφαση να μαρτυρήσει για τον Χριστό, αν έχει μέσα του αυτή την μεγάλη Πίστη, την μικρή «ως κόκκον σινάπεως», που του επιβάλλει να μην εγκαταλείψει ούτε για μια στιγμή τον Κύριο και Θεό, αν έχει γευτεί έστω και για λίγο την γλυκύτητα της ζωής και της εν Χριστώ κοινωνίας που του υπαγορεύει την αναζήτηση της αληθινής ευφροσύνης κι ευτυχίας. Διότι όταν υπάρχει η πίστη, ως βίωμα φυσικά, ως τρόπος ζωής και όχι ως θεωρητικό σχήμα ή συναισθηματική κατάσταση, τότε αυτή υπερισχύει πάνω από κάθε αίσθηση και συναίσθημα, πέρα από την πεπερασμένη λογική του ανθρώπινου πνεύματος, έξω από τη σφαίρα των φυσικών νόμων και της συνήθους πραγματικότητας. Έτσι δεν υφίσταται για τον Χριστιανό το ψευδοδίλλημα Χριστός ή επίγεια ζωή, όπως άλλωστε το διατυπώνει και ο Απόστολος Παύλος: «εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος εστί». Κάτω από αυτό το πρίσμα το μαρτύριο αποτελεί οδό σωτηρίας και κατά Θεόν τελειώσεως, πρόσκαιρο βάσανο μη συγκρινόμενο με την αιώνια χαρά, γι αυτό και δεν αποφεύγεται.
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει σήμερα η απειλή των διωγμών δεν σημαίνει πως έχει εκλείψει και η ανάγκη για μαρτυρία της Πίστεως στον Κύριο Ιησού Χριστό και την Αγία Του Εκκλησία. Απεναντίας, ο κατακλυσμός των ιδεών και των διαφόρων θρησκευτικοκοινωνικών ρευμάτων επιβάλλουν μια τέτοια στάση και έκφραση. Επιπλέον δε, η διάθεση να δώσουμε την δική μας, την Ορθόδοξη μαρτυρία στον κόσμο και η σθεναρότητα με την οποία υπερασπιζόμαστε τα πιστεύω μας, αποτελούν και απόδειξη της γνησιότητας και του βάθους της Πίστεώς μας. Αλίμονο αν αισθήματα ντροπής, φοβίας, κατωτερότητας, βίας αν θέλετε, μας ωθήσουν σε μια παθητική στάση ανεκτικότητας και ηττοπάθειας: αυτόματα θα σημαίνει έλλειμμα Πίστεως, απουσία βιώματος εν Χριστώ, συμβατική άνευ νοήματος θρησκεία, πνευματικό θάνατο…

(22-2-1999)

2 σχόλια:

  1. Ανώνυμος28/8/11 01:12

    Καιρός είναι η Εκκλησία να σταματήσει αυτά τα ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ και τις ανόητες Λαϊκές ιστοριούλες με τα ανύπαρκτα θαύματα και τις τερατολογίες που συναντάμε στους βίους των αγίων. Προσβάλουν την νοημοσύνη κάθε σόφρωνος ανθρώπου πολύ περισσότερο δε όταν απαιτούν να γίνουν πιστευτά. Ο μεσσαίωνας πέρασε

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αγαπητέ ανώνυμε,
    ο ίδιος ο Χριστός δεν απαίτησε να γίνουν πιστευτά τα όσα είπε, και βλέπουμε στα Ευαγγέλια ότι πολλοί από τους σύγχρονούς του δεν πίστεψαν ούτε στα θαύματα που γινόταν ενώπιόν τους. Άλλωστε, η πίστη είναι προϊον της ελεύθερης ανθρώπινης βούλησης και όχι οιουδήποτε εξαναγκασμού. Όποιος επομένς πιστεύει, καλά κάνει, και όποιος θεωρεί ότι προσβάλλουν τα θαύματα τη νοημοσύνη του, είναι ελέυθερος και καλά κάνει να τα αμφισβητεί. Αμφότεροι όμως οφείλουν να σέβονται τα όρια της ελευθερίας του άλλου και των προσωπικών του επιλογών, και γι αυτό θεωρώ ότι δεν είναι απαραίτητοι οι χαρακτηρισμοί.

    Υ.Γ. Ευχαριστώ για το σχόλιό σας και συγνώμη για το αργοπορημένο της απάντησης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...