Ας είμαστε ειλικρινείς



Οι εξαγγελθείσες αλλαγές στο μάθημα των Θρησκευτικών δεν αποτελούν, για τους παροικούντες εν Ιερουσαλήμ, κεραυνό εν αιθρία· δεν αναφέρομαι τόσο στον ακαδημαϊκό κόσμο και ειδικότερα στους κύκλους των θεολόγων (όπου θεολόγος δεν είναι μόνο όποιος διδάσκει σε αίθουσα), όσο σε εκείνους που μπορούν, όσο το επιτρέπει η σκοτοδίνη της πληθωρικής πληροφορίας και των πανταχόθεν υψουμένων φωνών, να σχηματίσουν εικόνα περί της συνολικής πνευματικής καταστάσεως στην οποία βρίσκεται ο σημερινός άνθρωπος. Και ο άνθρωπος νοσεί, όχι σήμερα μόνο· από του Αδάμ και μέχρι των εσχάτων ημερών (ναι, τα «έσχατα»είναι επίθετο ή επίρρημα, όχι κύριο όνομα· ο νοών νοείτω). Διψά για ουρανό και τρέφεται με γη, διψά για ελευθερία και προσπαθεί να επιβληθεί με τη βία, λατρεύει τη ζωή και διαρκώς κατεργάζεται θάνατο.
Το διαχρονικό νόσημα του πεπτωκότος ανθρώπου δεν είναι άλλο από την αποστασία, την αθέτηση των εντολών του Θεού. Από την κατάσταση αυτή δεν εξαιρούμαστε οι χριστιανοί, θρησκεύοντες και μη θρησκεύοντες, κληρικοί και λαϊκοί, μικροί και τρανοί, πολυμαθείς και απλοϊκοί. Γιατί στην Εκκλησία, η οποία είναι σώμα και αίμα του προσφέροντος και προσφερομένου μόνου Αρχιερέως – κατά την τάξιν Μελχισεδέκ – Χριστού «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον», δεν προσερχόμαστε για τίποτε άλλο, παρά για να συναναστηθεί εν Χριστώ η πεπτωκυία μας φύση· «ὥστε ὁ δοκῶν ἑστάναι βλεπέτω μὴ πέσῃ» (Α΄ Κορ. 10.12). Οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, ο ληστής, ο τελώνης, η πόρνη, δεν ήταν άπιστοι ή άθεοι ή αδιάφοροι· ο εντός τους σπόρος της ευσεβείας καρποφόρησε κατά την προαίρεση εκάστου είτε μετάνοια είτε μεγαλορρημοσύνη. Ας αφήσουμε, επομένως, κατά μέρος τις αψιμαχίες που υπαγορεύουν μανιχαϊστικοί λογισμοί, ότι τάχα εμείς είμαστε οι «καλοί» και οι άλλοι οι «κακοί»· «πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. 3.28) και άμα ασθενεί κάποιο μέλος, όλο το σώμα ασθενεί και συμπάσχει και δεν αναζητεί τσεκούρι αλλά ίαμα.
Ας έλθουμε όμως στο μάθημα των Θρησκευτικών· για γενιές ολόκληρες ο χαρακτήρας του ήταν κατηχητικός, γιατί έτσι τον ήθελαν πρωτίστως οι κυβερνώντες· η θρησκεία, ανεξάρτητα εάν οι ίδιοι πιστεύουν ή όχι, αποτελεί συνδετικό συστατικό της κοινωνίας και συμβάλλει κατ' αυτούς στην «ηθική τελείωση των πολιτών», κατά τη μπαβαρέζικη αντίληψη (και όχι μόνο), εξασφαλίζοντας το ζητούμενο γι αυτούς, δηλαδή την εσωτερική γαλήνη του κράτους και την αποτροπή εξεγέρσεων. Υπό τον κατηχητικό του ρόλο, το μάθημα των Θρησκευτικών βόλεψε και τους γονείς και τον κλήρο, αφού ανέλαβε το σχολείο την δική τους λειτουργία, αυτή της μύησης στα πατρώα δόγματα. Έχει, βέβαια, και η Εκκλησία οργανωμένα κατηχητικά, οφείλουμε ωστόσο να ομολογήσουμε ότι ο θεσμός αυτός, που μάς ήλθε από τη δύση, δεν κατάφερε - πέρα από κάποια φραστικά σχήματα - να ενώσει ούτε χωροχρονικά ούτε οντολογικά ούτε με κάποιον άλλο τρόπο την διδαχή με το Ποτήριον της Ζωής και την πίστη με την πράξη. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο που το μάθημα του κατηχητικού έχει κατά κύριο λόγο ηθικοπλαστικό προσανατολισμό, όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος του απ' άμβωνος κηρύγματος· γιατί είναι πιο εύκολο να δογματίζει κανείς περί ηθικής παρά να πασχίζει να διαμορφώσει ήθος. Εξ' ου και ο φαρισαϊσμός ημών των χριστιανών, η ενασχόλησή μας με τον πλούτο, τα ακριβά ενδύματα και την πολυτελή διαβίωση, η παρατήρηση των ατοπημάτων των αδελφών μας, η κατάκριση του πλησίον (όπου πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος), ο συνωστισμός γύρω από τους πολιτικά και οικονομικά ισχυρούς, η επιδειξιομανία, η αγωνιώδης ανάγκη της αναγνώρισης της αξίας μας, η ασυμφωνία λόγων και έργων.
Οι αυθεντίες όμως πέθαναν· ο πεπτωκός άνθρωπος δεν δέχεται αυθεντίες πέρα από την δική του· αμφισβητεί τον Θεό, μαζί με τον Αδάμ, και θεωρεί τις εντολές του ως απαγορεύσεις δυσβάσταχτες, χωρίς ουσία. Έτσι, αντιστρέφει την έννοια της ελευθερίας· ελευθερία δεν είναι πλέον η απαλλαγή από τα δεσμά της φθοράς και του θανάτου αλλά η απεμπόληση των κάθε είδους απαγορεύσεων που αντιστέκονται στις επιθυμίες του. Ο πεπτωκός άνθρωπος ή απορρίπτει την Εκκλησία ή θεωρεί την πίστη ως ιδιωτική του υπόθεση· στην περίπτωση αυτή εκκλησιάζεται σπάνια ή εκκλησιάζεται δίχως να λειτουργείται ή αποδέχεται τα πάθη του ως φυσιολογική συμπεριφορά ή μηχανεύεται σοφίσματα για να τα ονοματίσει ως θέσφατα και πάντως υποβαθμίζει την Εκκλησία, θεωρώντας την είτε ως θεραπαινίδα των κοσμικών του «υποχρεώσεων» (ο Γάμος, η Βάπτιση αναφέρονται πια ως «τελετές», απώλεσαν τον μυστηριακό τους χαρακτήρα) είτε ως φιλανθρωπική μη κερδοσκοπική οργάνωση η οποία υποχρεούται να αναπληρώνει την έλλειψη κρατικής πρόνοιας.
Ο πεπτωκός άνθρωπος δεν θέλει να ακούσει για μετάνοια, αφού αυτοζυγιάζεται και βγαίνει πάντα σωστός κι ακέραιος· δεν επιθυμεί να κατηχηθεί στην πίστη, καθώς είναι ο ίδιος δάσκαλος του εαυτού του· δεν αγαπά το κήρυγμα γιατί αυτό είτε είναι ξύλινο είτε τού προσθέτει κόπους· δυσανασχετεί όταν χτυπά η καμπάνα, επειδή το ηλεκτρονικό της σφυροκόπημα θορυβεί δίχως ψυχή και πιο πολύ γιατί τού υπενθυμίζει την προσευχή· δεν προσεύχεται, παρά μόνο για να απαιτήσει υγεία, χρήματα, καλοπέραση· νηστεύει, θρησκεύει, συχνάζει σε πανηγύρια και σε αγρυπνίες, καυχάται όταν συναντήσει «Γέροντες», «προφήτες» και θαυματοποιούς, προκειμένου να εξασφαλίσει την αναγνώριση των λοιπών θρησκευομένων και για να δικαιολογήσει την αέναο εντός του ανάγκη αυτοδικαίωσης· αντιλαμβάνεται, τέλος, την αγάπη ως συναίσθημα και την Θεολογία ως υψηλή διανοητική ενασχόληση που αρμόζει στους επαΐοντες.
Αυτά είναι τα «σημεία των καιρών»: η γενική αποστασία των πολλών, που εκδηλώνεται ως ρήξη απέναντι σε κάθε τι «παλαιό» (γλώσσα, παιδεία, ιστορία, οικογένεια, πίστη, Εκκλησία κλπ), η αντικατάσταση της μύησης με την πληροφορία, η σύζευξη κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας, ακόμα και της παιδείας, με την παραγωγικότητα (και συνεπακόλουθα με την κατανάλωση, η οποία επιφέρει) και το κέρδος. Δεν αποτελεί, ασφαλώς, είδηση ότι «ὁ κόσμος ὅλος ἐν τῷ πονηρῷ κεῖται» (Α΄ Ιωάν. 5.19)· ούτε είναι παράδοξο ότι οι πολιτικοί ηγέτες, ζυγιάζοντας την ψυχολογία των πολλών και νομοθετώντας ανάλογα, σπεύδουν να συνταχθούν με τη φορά του ρεύματος, άλλοτε προπορευόμενοι και άλλοτε ακολουθούντες.
Πώς γίνεται, όμως, να υπάρχουν αντιδιαμετρικές φωνές μεταξύ των θεολόγων; θα μπορούσε να προτάξει κανείς την διαφορετική οπτική της θεολογίας, για την οποία έγινε νύξη νωρίτερα. Θεωρώ, ωστόσο, ότι υπάρχει ένα βαθύτερο αίτιο, κοινό σε όλους: το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Μέσα στον κυκεώνα της διαμάχης μεταξύ επιστήμης και πίστης, η (ακαδημαϊκή) θεολογία έπρεπε να σταθεί και να καταξιωθεί ως επιστήμη (του λόγου, φυσικά, γι αυτό και σε πολλές χώρες του δυτικού πολιτισμού θεωρείται ως κλάδος της φιλοσοφίας)· η ανάγκη να παραμείνει μέσα στις εξελίξεις και η πίεση που ασκεί η ροή του ποταμού, υπαγορεύει την μεταποίηση του μαθήματος των Θρησκευτικών σε μάθημα θρησκειολογίας, «πολυπολιτισμικότητας» κλπ. Από την άλλη μεριά, η αλλοίωση του χαρακτήρα του μαθήματος θεωρείται ως αποκοπή από τις παραδοσιακές διδακτικές δομές και πρακτικές της Εκκλησίας, εξ' ου και η ανάγκη υπεράσπισης του κατηχητικού χαρακτήρα του.
Αν θελήσουμε όμως να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι το μάθημα των Θρησκευτικών υπάρχει στα σχολειά επειδή εξυπηρετεί κρατικό (ή κοινωνικό) σκοπό κι όχι την ανάγκη κατήχησης των πιστών. Η κατήχηση είναι έργο των διδασκάλων της Εκκλησίας και αλίμονο σε εκείνους που επαναπαύονται, στηριζόμενοι σε δεκανίκια που δεν φτιάχτηκαν γι' αυτούς. Οφείλουμε επίσης να θυμηθούμε ότι δεν υπάρχουν «προοδευτικοί» και «συντηρητικοί» στην προκείμενη διελκυνστίδα· αμφότεροι υπηρετούν την διατήρηση των κεκτημένων, οι μεν της επιστημονικής καταξίωσης, οι δε του εκκλησιοκεντρικού προσανατολισμού.
Αντίδοτο στην κρίση υπάρχει. Ονομάζεται μετάνοια, συντελείται αθόρυβα κι έχει πολλά επίπεδα εφαρμογής.

π. Χερουβείμ Βελέτζας

[Δημοσιεύθηκε, ελαφρώς συντετμημένο, στην εφημερίδα ΚΙΒΩΤΟΣ της 15ης Σεπτεμβρίου 2016]



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...