Προβληματισμοί αναφορικά με το κείμενο της Ραβέννας

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

Του αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα,
Ιεροκήρυκος της Ι. Μητροπόλεως Κερκύρας


Η Μικτή Θεολογική Επιτροπή διαλόγου μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, κατά την συνέλευση του Οκτωβρίου 2007 στην Ραβέννα της Ιταλίας, συνέταξε ένα κείμενο με τίτλο «Ἐκκλησιολογία καὶ κανονικαὶ συνέπειαι τῆς μυστηριακῆς φύσεως τῆς Ἐκκλησίας, Ἐκκλησιαστική Κοινωνία, Συνοδικότης καί Ἐξουσία. Ῥαβέννα, 13 Ὀκτωβρίου 2007»[1] (γνωστό και ως «Κείμενο της Ραβέννας»), το οποίο έχει προκαλέσει αρκετό θόρυβο και έχει προβληματίσει τους πιστούς, τους θεολόγους και αρκετούς εκ των ιεραρχών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, πολλοί εκ των οποίων μάλιστα έχουν διατυπώσει δημόσια τις θέσεις τους αναφορικά με το εν λόγω κείμενο. Η παρούσα εργασία δεν αποσκοπεί σε ανάλυση των επί μέρους θεολογικών θέσεων του κειμένου της Ραβέννας· το αρχικό της σχέδιο συνετάγη τον Οκτώβριο του 2009, λίγες ημέρες πριν την συζήτηση στην Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του ευρύτατου θέματος της πορείας των διαχριστιανικών θεολογικών διαλόγων, του ειδικότερου θέματος του κειμένου της Ραβέννας και του ενδοεκκλησιαστικού θέματος αναφορικά με την «Ομολογία Πίστεως κατά του Οικουμενισμού»[2]· έκτοτε έχουν γραφεί πολλά, υπέρ ή κατά, και μία επιπλέον ανάλυση δεν θα προσέφερε κάτι ουσιαστικό στην παρούσα συγκυρία (Φεβρουάριος του 2015). Σκοπός της είναι αφ' ενός μεν να υπογραμμίσει μία αλήθεια η οποία συχνά παραθεωρείται, ότι δηλαδή η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος μέχρι σήμερα δεν έχει λάβει επίσημα γνώση και δεν έχει εξετάσει το κείμενο της Ραβέννας – προκειμένου αυτό να τύχει της Συνοδικής έγκρισης ή όχι - και εφόσον δεν έχει ακόμη εγκριθεί, δεν δεσμεύει την Εκκλησία της Ελλάδος· και αφ' ετέρου, αποσκοπεί στο να θέσει δύο σημεία προβληματισμού επάνω στο εν λόγω κείμενο, ένα μεθοδολογικό και ένα δογματικό με κανονικές προεκτάσεις.


Α'. Η αναβολή της συζήτησης του κειμένου της Ραβέννας

Σύμφωνα με το ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της 16ης Οκτωβρίου 2009, «1. Διεπιστώθη ἡ ἀνάγκη περαιτέρω πληρεστέρας ἐνημερώσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, στά σημαντικά αὐτά ζητήματα. Δηλώθηκε δέ ὅτι ἐφεξῆς ἡ Ἱεραρχία θά λαμβάνῃ γνώση ὅλων τῶν φάσεων τῶν Διαλόγων, διαφορετικά κανένα κείμενο δέν δεσμεύει τήν Ἐκκλησία. Ἄλλωστε αὐτό συνιστᾶ τό Συνοδικό Πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας. [...] 4. Τό κείμενο τῆς Ραβέννας καί τό κείμενο πού πρόκειται νά συζητηθεῖ στήν Κύπρο τελοῦν ὑπό τόν ὅρον τῆς ἀναφορᾶς καί ἐγκρίσεώς τους ἀπό τίς κατά τόπους Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, ἑπομένως καί ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, Συνοδικῶς διασκεπτομένης. Αὐτό πρακτικῶς σημαίνει ὅτι δέν θά ὑπάρξουν τετελεσμένα γεγονότα, χωρίς Συνοδική Ἀπόφαση τῆς Ἱεραρχίας»[3]. Δεν είναι του παρόντος άρθρου, ούτε του γράφοντος, να κρίνει εάν καλώς ή όχι η Ιερά Σύνοδος δεν έχει ασχοληθεί μέχρι σήμερα με αυτό το θέμα, αλλά να υπογραμμίσει ότι η Εκκλησία της Ελλάδος επισήμως δεν έχει αποφανθεί επί του κειμένου της Ραβέννας, πράγμα που σημαίνει ότι αποδυναμώνεται η σημασία και η βαρύτητα των μετέπειτα θεολογικών διαλόγων. 

Την αναγκαιότητα και την σημασία της έγκρισης των κειμένων των διαχριστιανικών θεολογικών διαλόγων από την Ιερά σύνοδο της Ιεραρχίας, επισημαίνει και ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος (Σαββάτος): «Βασική ὅμως ἐκκλησιολογική προϋπόθεση συμμετοχῆς στούς Διαχριστιανικούς ἤ Διαθρησκευτικούς Διαλόγους ἀποτελοῦν καί οἱ σχετικές ἐκκλησιαστικές ἀποφάσεις τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες προϋποθέτουν τή συμφωνία τῶν ἀντιστοίχων Ἱ. Συνόδων τῆς Ἱεραρχίας των, γι’αὐτό ἔχουν καί τήν ἀνάλογη ἐκκλησιολογική βαρύτητα, ὅπως θά εἶχαν ἀνάλογη ἐκκλησιολογική βαρύτητα καί οἱ τυχόν ἀποφάσεις γιά τή μή συμμετοχή. Ἐπιπλέον οἱ συμμετέχοντες Κληρικοί (Ἐπίσκοποι ἤ Πρεσβύτεροι) καί Λαικοί Θεολόγοι ἐνεργοῦν κατ’ ἐντολήν τῶν ἀντιστοίχων Συνοδικῶν Ὀργάνων, τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, καί ὄχι ὡς μεμονωμένα πρόσωπα. Τό γεγονός αὐτό ἄλλωστε ἐπεσήμανε καί ἡ Ἱερά Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, σέ Ἐγκύκλιο, τοῦ ἔτους 1971, ὅπου ἀναφέρει τά ἑξῆς: “Ὁ διάλογος διεξάγεται ὑπό τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐκπροσωπουμένης ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καί τῶν ὑπευθύνων θεολογικῶν παραγόντων, ἐνεργούντων ἐκ μέρους ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας”. Ἡ παραπάνω ἐκκλησιολογική προϋπόθεση παραμένει πάντοτε τό κριτήριο καί γιά τήν ἀξιολόγηση τόσο τῆς ὅλης πορείας τῶν ἐπισήμων Διμερῶν Θεολογικῶν Διαλόγων καί τῶν ἐπιμέρους ἀποφάσεών τους, ὅσο καί τῶν κειμένων τῶν Ἐπισήμων Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν, ὡς “Κοινῶν Θεολογικῶν Κειμένων”. Τά Κείμενα αὐτά, ὡς μία πρώτη συγκλίνουσα ἔκφραση τῆς παραδεδομένης κοινῆς ἀποστολικῆς καί συνοδικῆς πίστης καί παρόδοσης, ἀποτελοῦν τήν ἀναγκαία προϋπόθεση γιά τήν ὁποιαδήποτε μορφή ἀποκατάστασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητας, καί, ἐξαιτίας ἀκριβῶς τῆς ἐκκλησιολογικῆς τους σπουδαιότητας, τίθενται ad referendum πρός τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας, καί ὑπό τήν αἵρεση ἤ τήν ἔγκριση καί τῶν ἀντιστοίχων Ἱερῶν Συνόδων τῆς Ἱεραρχίας τους, ὥστε “καί τό ἐπιτυγχάνειν οὐκ ἄχρηστον καί τό διαμαρτάνειν ἀκίνδυνον” (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος). Μέ τόν τρόπο αὐτόν ἐπιπλέον ἀποκλείεται κάθε μορφή θεολογικῆς ὑπέρβασης ἤ συγκρητιστικῆς αὐθαιρεσίας, ἀπό μέρους τῶν ἐκπροσώπων τῶν Τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, καί συγχρόνως ἀποδυναμοῦται κάθε τάση σύγκλισης ἑτερόκλητων θεολογικῶν παραδόσεων»[4].

Η μέχρι σήμερα σιωπή της Εκκλησίας της Ελλάδος για το κείμενο της Ραβέννας δεν αντιμετωπίστηκε ως αναβολή της επιβεβλημένης Συνοδικής εγκρίσεως με την οποία, σύμφωνα με την προεκτεθείσα αρχή, αυτό το κείμενο θα αποκτήσει αυθεντικό κύρος ή θα υποστεί τον έλεγχο της Εκκλησίας· αντίθετα, η στάση αυτή θεωρήθηκε μάλλον ως σιωπηρή αποδοχή του εν λόγω κειμένου. Η έλλειψη δηλαδή επίσημης αρνητικής κριτικής συνιστά κατά μία άποψη την επίσημη αποδοχή του κειμένου της Ραβέννας, στην βάση μιας λογικής η οποία στο άλλο άκρο της εξίσωσης έχει το εξίσου εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η έλλειψη επίσημης αποδοχής συνιστά την επίσημη καταδίκη αυτού. Άρα, η σιωπή δεν σημαίνει έγκριση ούτε απόρριψη, παρόλο που στην πράξη η σιωπή της Εκκλησίας της Ελλάδος θεωρήθηκε ως de facto αναγνώριση εκ μέρους της των θέσεων που διαλαμβάνει το κείμενο της Ραβέννας, τόσο από τη μεριά της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, όσο και από πολλούς των διαφωνούντων με αυτό το κείμενο ορθόδοξων επισκόπων, πρεσβυτέρων, μοναχών και λαϊκών. Και σε ότι αφορά στην κριτική που ασκείται στο κείμενο της Ραβέννας από ορθοδόξους κληρικούς ή λαϊκούς, θα συμφωνήσω ότι «Ἡ ὁποιαδήποτε σοβαρή ἔνσταση ἤ ἐπιφύλαξη εἶναι θεμιτή καί ὁπωσδήποτε θά πρέπει νά τύχει καί τῆς ἀνάλογης προσοχῆς καί ἐξέτασης, ὅμως ἀπό τά ἀντίστοιχα συνοδικά ὄργανα καί μόνο, γιατί τό “charisma veritatis certum” (βέβαιο χάρισμα τῆς ἀληθείας) δέν μπορεῖ νά ἐκφράζεται ὑπό μεμονωμένων ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἀλλά μόνο ὑπό τοῦ συνόλου τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία συγκεντρώνεται περί τῶν ἀληθῶν ποιμένων της καί συγκεκριμένως περί τῶν ἐπισκόπων της»[5]. Κατά συνέπεια, θα πρέπει κάποτε η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας να ασχοληθεί τόσο με το κείμενο της Ραβέννας όσο και με τις διάφορες ενστάσεις που έχουν εκφραστεί επάνω σε αυτό. Δεν συμφωνώ επομένως με την άποψη που απορρίπτει τις διαφορετικές ενδοεκκλησιαστικές φωνές, ιδιαίτερα όταν η σιωπή των ποιμένων, ως υπευθύνων να διδάσκουν τον λαό και να ορθοτομούν τον λόγο της αληθείας[6], γεννά εύλογα (ή και καχύποπτα[7]) ερωτηματικά στους πιστούς· πολλώ δε μάλλον επειδή στην Ορθόδοξη Εκκλησία η εκκλησιαστική συνείδηση η οποία εκφράζεται και με την εκκλησιαστική αποδοχή (receptio), αποτελεί διαχρονικά, μέσα στην ιστορία της, τον καταλύτη της πορείας της και το γνήσιο κριτήριο επικύρωσης των αποφάσεών της, ακόμα και αυτών των Οικουμενικών Συνόδων[8]


Β'. Η μετατόπιση της βασικής αρχής κάθε θεολογικού διαλόγου.

Σε ότι αφορά στο πρώτο σημείο του προβληματισμού περί το περιεχόμενο του κειμένου της Ραβέννας, αυτό εντοπίζεται στην μοναδική υποσημείωση του κειμένου, η οποία αφήνει το περιθώριο για δύο διαφορετικές αναγνώσεις και δύο διαφορετικές ερμηνείες στα όσα διατυπώνονται σε αυτό. Η υποσημείωση έχει ως εξής: «Τα Ορθόδοξα μέλη εθεώρησαν σημαντικόν να τονίσουν ότι η χρήσις των όρων και εκφράσεων “η Εκκλησία”, “η ανά τον κόσμον Εκκλησία”, “η αδιαίρετος Εκκλησία” και “το Σώμα Χριστού” εις το παρόν Κείμενον και εις παρόμοια Κείμενα, τα οποία παρήχθησαν υπό της Μικτής Επιτροπής, κατ' ουδένα τρόπον δεν υπονομεύει την αυτοσυνειδησίαν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, περί της οποίας ομιλεί το Σύμβολον της Νικαίας. Εξ επόψεως Καθολικής ισχύει η ιδία αυτοσυνειδησία: η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία “υφίσταται εν τη Καθολική Εκκλησία” (Lumen Gentium, 8)· τούτο δεν αποκλείει την αναγνώρισιν ότι στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας είναι παρόντα και εκτός της Καθολικής κοινωνίας»[9]. Αφήνοντας κατά μέρος τα επιμέρους ερωτήματα που γεννώνται από την ως άνω διατύπωση, όπως της σημασίας που μπορεί να έχει η αναφορά στο Σύμβολο της Νικαίας και όχι της Νικαίας- Κωνσταντινουπόλεως, ή του περιεχομένου που περικλείει η φράση «subsistit in», διαπιστώνουμε ότι ενώ μέχρι πρότινος ομιλούσαμε για την μία, αδιαίρετο Εκκλησία της πρώτης χιλιετίας, και συμφωνούσαν και οι Ρωμαιοκαθολικοί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διατηρεί τα χαρακτηριστικά της μίας Εκκλησίας πριν το Σχίσμα, τώρα όταν μιλάμε για την Εκκλησία (και δη της πρώτης χιλιετίας), οι μεν Ορθόδοξοι εννοούμε την Ορθόδοξη Εκκλησία, οι δε Ρωμαιοκαθολικοί την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Έχουμε καταλήξει δηλαδή σε μία λεκτική συμφωνία, που όχι μόνο επιτρέπει αλλά και εκ προοιμίου προσεπιδηλοί και αποδέχεται και επικυρώνει δύο διαφορετικές ερμηνείες του κειμένου στο σύνολό του. Είναι χαρακτηριστικό ότι το κείμενο της Ραβέννας παρουσιάστηκε από ορθόδοξους θεολόγους ως ένα βήμα αποδοχής της ορθοδόξου εκκλησιολογίας από μέρους των ρωμαιοκαθολικών, την ίδια στιγμή που ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι το παρουσίαζαν ως ένα βήμα αποδοχής της αρχής επί του παπικού Πρωτείου εκ μέρους των Ορθοδόξων.

Πράγματι, η διατύπωση αυτή ανατρέπει ακόμη και την πορεία των μέχρι τούδε θεολογικών διαλόγων, καθότι εγκαταλείπεται η προοπτική της ερμηνείας των επί μέρους θεολογικών προβλημάτων υπό το πρίσμα τη κοινής Παραδόσεως της πρώτης χιλιετίας: «η μόνη οδός για την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας είναι η σύμφωνη προς την κοινή παράδοση της πρώτης χιλιετίας ερμηνεία της θέσεως του παπικού θρόνου στη ζωή της Εκκλησίας. Η ερμηνεία βεβαίως αυτή δεν είναι εύκολη, γιατί τα ίδια γεγονότα της εκκλησιαστικής παραδόσεως της πρώτης χιλιετίας ερμηνεύονται με διαφορετική προοπτική από τη ρωμαιοκαθολική και από την ορθόδοξη θεολογία, κυρίως κατά τη μετά το μέγα σχίσμα περίοδο: “Οι δομές λοιπόν της Εκκλησίας στην Ανατολή και στη Δύση, όπως αναφέρεται στην παπική Εγκύκλιο, διαμορφώθηκαν από την αποστολική αυτή κληρονομία. Η ενότητά της στα πλαίσια της πρώτης χιλιετίας διατηρήθηκε στις ίδιες αυτές δομές από τους διαδόχους των αποστόλων Επισκόπους σε κοινωνία με τον Επίσκοπο Ρώμης. Αν σήμερον, στο τέλος της δεύτερης χιλιετίας, αναζητούμε την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας, τότε οφείλoμε να αναφερθούμε στην ενότητα εκείνη, η οποία είχε δομηθή κατά τον τρόπο αυτό” στην πρώτη χιλιετία (παράγρ. 55, σελ. 65)»[10].

Η ενότητα της πίστεως δεν έγκειται στην αρχή της αποδοχής των ίδιων λέξεων, αλλά στην αρχή της αποδοχής των ίδιων ιδεών, της ταύτισης δηλαδή των θεολογικών νοημάτων. Ο Μέγας Αθανάσιος τονίζει ότι δεν θα πρέπει να εμμένουμε στην ταυτότητα των λέξεων αλλά στην κοινή ομολογία και ερμηνεία τους, και δεν διστάζει να αποκαλέσει «ὑπόπτους τῷ φρονήματι» όσους δίνουν διαφορετική εξήγηση: «Παρακαλοῦμεν ὑμᾶς τοὺς μὲν οὕτως (=ορθοδόξως) ὁμολογοῦντας καὶ ἑρμηνεύοντας οὕτω τὰς λέξεις͵ ἃς λέγουσι͵ μὴ κατακρίνετε προπετῶς͵ μηδὲ ἀποβάλλετε͵ ἀλλὰ μᾶλλον εἰρηνεύοντας καὶ ἀπολογουμένους προσλαμβάνεσθε· τοὺς δὲ μὴ βουλομένους οὕτως ὁμολογεῖν καὶ διερμηνεύειν τὰς λέξεις͵ τούτους κωλύετε καὶ ἐντρέπετε͵ ὡς ὑπόπτους τῷ φρονήματι. Τούτων τε μὴ ἀνεχόμενοι συμβουλεύετε κἀκείνοις τοῖς ὀρθῶς ἑρμηνεύουσί τε καὶ φρονοῦσι μηδὲν πλέον ἀλλήλους ἀνακρίνειν μηδὲ λογομαχεῖν ἐπ΄ οὐδὲν χρήσιμον͵ μήτε ταῖς τοιαύταις λέξεσι διαμάχεσθαι͵ ἀλλὰ τῷ φρονήματι τῆς εὐσεβείας συμφωνεῖν».[11]. Κατά συνέπεια, η εισαγωγή διπλής ερμηνείας του κειμένου της Ραβέννας ανατρέπει την Πατερική Θεολογία και τα διαχρονικά Ορθόδοξα κριτήρια κάθε θεολογικού διαλόγου, ακόμα και του μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, του οποίου αποτελεί συνέχεια. Η εν γένει εξάλλου προβληματική της από κοινού κατανόησης της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, διαπιστώνεται και από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος: «ο διάλογος με τους Ρωμαιοκαθολικούς σκιάζεται τόσο λόγω της προσηλυτιστικής δράσης της Ουνίας, όσο και από την δυσκολία κατανόησης [της] λειτουργίας και εφαρμογής του πρωτείου στο πλαίσιο της Συνόδου και των εκκλησιαστικών δομών»[12].


Γ'. Η σύνδεση του πρωτείου με την Θεία Ευχαριστία

Το δεύτερο σημείο που προβληματίζει είναι ο παραλληλισμός της μυστηριακής «εξουσίας» του επισκόπου, ως πρώτου της Ευχαριστιακής συνάξεως, με τον ρόλο του Πρώτου στον Συνοδικό θεσμό, ως πρώτου μεταξύ ίσων και προέδρου της συνάξεως των επισκόπων, είτε σε τοπικό είτε σε οικουμενικό επίπεδο. Και τούτο διότι η ενότητα της Ευχαριστιακής κοινωνίας είναι ένα διαρκές γεγονός που πραγματώνεται μέσα στην Εκκλησία, και ο ρόλος του κάθε επισκόπου είναι να κηρύττει και να διαδίδει τον Χριστό στον λαό του Θεού. Αντίθετα, μια τοπική Σύνοδος συγκαλείται άπαξ του έτους (ή δις κατά τους Ιερούς Κανόνες), ή όποτε παραστεί χρεία, και εξετάζει θέματα πίστεως και εκκλησιαστικής τάξεως. Στην περίπτωση αυτή θα αποτελούσε αίρεση να πούμε ότι ο πρώτος της Συνόδου είναι και αυτός που διανέμει τον Χριστό στους υπόλοιπους επισκόπους, ότι δηλαδή είναι η πηγή της Ευχαριστίας, κατά τον τρόπο που ο κάθε επίσκοπος είναι η πηγή της Ευχαριστίας για τον λαό της επαρχίας του. Μια τέτοια παραδοχή οδηγεί στην θέση ότι η ιερωσύνη των λοιπών επισκόπων υπολείπεται αυτής του πρώτου, με αποτέλεσμα την ακύρωση μιας από τις θεμελιώδεις αρχές του Κανονικού Δικαίου, ότι o κάθε επίσκοπος βρίσκεται «εις τύπον και τόπον Χριστού»[13] και κατά συνέπεια η κάθε επισκοπή έχει το πλήρωμα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. 

Κατά την Ορθόδοξη Παράδοση (η οποία αποτυπώνεται και στο Κανονικό Δίκαιο), όλοι οι επίσκοποι μετέχουν της ίδιας ιερωσύνης, και κατά συνέπεια δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η θέση ότι ο πρώτος μιας τοπικής Συνόδου αποτελεί την πηγή της Ευχαριστίας για τους υπόλοιπους, διότι τούς καθιστά «ελειμματικούς»· εξάλλου, ο πλήρης χαρακτηρισμός του πρώτου ως «πρώτου μεταξύ ίσων» υποδηλώνει, μεταξύ άλλων, την αυτοτέλεια και την ίση αξία όλων των επισκόπων, και απομακρύνει κάθε σχήμα το οποίο κινείται στο δίπολο υπεροχής και υποτέλειας. Ο 34ος Αποστολικός Κανόνας[14] δεν εισάγει διάκριση ανάμεσα στους επισκόπους, αλλά θέτει την αρχή της ομoνοίας, δηλαδή της από κοινού συμφωνίας· αναγνωρίζει τον ρόλο του πρώτου ως ενορχηστρωτή, ως του προσώπου που έχει την πρωτοβουλία, όχι όμως και την εξουσία να ενεργεί «ἄνευ τῆς πάντων γνώμης». Ο ρόλος του επισκόπου ως πηγή της Ευχαριστίας για το εις αυτόν εμπεπιστευθέν ποίμνιο, αποτελεί μία διαρκή λειτουργία· μέσα από αυτό το αδιάλειπτο γεγονός, και διά της μνημονεύσεως του μεν κατά τόπους επισκόπου από τους πρεσβυτέρους, του δε πρώτου εκάστης τοπικής Συνόδου από τους επισκόπους, και «πάσης επισκοπής ορθοδόξων» από τους πρώτους των τοπικών Εκκλησιών, πραγματώνεται και βιώνεται διαρκώς η ενότητα του σώματος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας[15]. Η μνημόνευση εξάλλου «πάσης επισκοπής ορθοδόξων» φανερώνει ότι δεν υπάρχει «πρώτος μεταξύ των πρώτων», υπό την έννοια της υπέρτατης αυθεντίας ή της «πηγής» των χαρισμάτων εν τη Εκκλησία. 

Από την άλλη μεριά, η τοπική Σύνοδος αποτελεί ένα έκτακτο γεγονός· έχει μεν την αφετηρία της στην Θεία Ευχαριστία και σημείο αναφοράς της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, ο ρόλος της όμως είναι διδακτικός (όροι) και κανονιστικός των πραγμάτων της Εκκλησίας (κανόνες)[16] και όχι να μεταδώσει την Θεία Ευχαριστία στο πλήρωμα των πιστών· ο πρώτος αυτής έχει την πρωτοβουλία της συγκλήσεως, εισηγείται τα θέματα, συντονίζει τις συζητήσεις και φέρει ίση γνώμη και ίση ψήφο με αυτή του κάθε επισκόπου ο οποίος συμμετέχει στην Σύνοδο. Το αυτό ισχύει και για τον θεσμό της Οικουμενικής Συνόδου και τον ρόλο του εν αυτή πρώτου, πολλώ δε μάλλον με δεδομένο ότι η Εκκλησία στην δισχιλιετή ιστορία της αριθμεί επτά Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίες διεξήχθησαν μέσα σε μια περίοδο πεντακοσίων εξήντα ετών[17]. Οι Σύνοδοι, επομένως, δεν αποτελούν «πηγή» της ενότητας της Εκκλησίας, αλλά έκφραση αυτής της ενότητας, η οποία πραγματοποιείται με την μετοχή πάντων, κληρικών και λαϊκών, στο κοινό Ποτήριο. 

* * *

Για το κείμενο της Ραβέννας έχουν ειπωθεί και έχουν γραφτεί πολλά, και το λυπηρό είναι ότι οι πλείστες από αυτές τις κινήσεις, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο παράγονται και προωθούνται τα κείμενα των θεολογικών διαλόγων, και ο τρόπος που εκφράζονται οι όποιες αντιδράσεις, γίνονται εκτός και δίχα Εκκλησίας. Ας μη εκπλήσσει αυτός ο χαρακτηρισμός· όταν η Ιεραρχία δεν γνωρίζει, δεν εγκρίνει και δεν κατευθύνει τους θεολογικούς διαλόγους, τότε αυτοί γίνονται δίχα Εκκλησίας. Όταν εκφράζουμε την άποψή μας - και καλά κάνουμε - στον τύπο, στο ραδιόφωνο, στο διαδίκτυο και με κάθε πρόσφορο μέσο, οι μεν πρεσβύτεροι και λαϊκοί χωρίς την ευλογία των επισκόπων μας, οι δε επίσκοποι χωρίς να την κοινωνούν στην Ιεραρχία· και κυρίως όταν με τον τρόπο μας προσπαθούμε να επιβάλλουμε την προσωπική μας άποψη ή να εκβιάσουμε είτε τον πιστό λαό του Θεού είτε τους Συνοδικούς θεσμούς να την ασπαστούν, τότε ενεργούμε εκτός Εκκλησίας[18].

Οι θεολογικοί διάλογοι είναι ανάγκη να γίνουν από την Εκκλησία και με την Εκκλησία, και όχι από έναν - δυο εκπροσώπους και εν αγνοία πάντων. Η Ιεραρχία είναι ανάγκη να παίρνει αποφάσεις πρωτίστως πάνω σε θέματα πίστεως και έχει εξίσου ανάγκη την αποδοχή (receptio) και την στήριξη του λαού του Θεού. Διαφορετικά, η οιαδήποτε προσέγγιση και «ενότητα» σε επίπεδο εκπροσώπων δεν έχει αξία ούτε πνευματικό όφελος, όταν μάλιστα διακυβεύεται η ενότης του πληρώματος της Εκκλησίας. Δεν είμαι της άποψης ότι η Ιεραρχία της Εκκλησίας θα πρέπει να κάνει πίσω εξαιτίας των αντίθετων φωνών, αλλά ότι είναι ανάγκη η Εκκλησία σύσσωμη να έχει λόγο και θέση και άποψη επίσημη και ομόφωνα διατυπωμένη, εν Πνεύματι Αγίω και Αληθεία Χριστού.


6-2-2015
Μνήμη Αγίου Φωτίου



------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Επίσημη μετάφραση στην Ελληνική του κειμένου της Ραβέννας φιλοξενείται στην ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου: http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=848&tla=gr

[2] Βλ. ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, της 16ης Οκτωβρίου 2009: http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/anakoinothenta.asp?id=1120&what_sub=announce

[3] Ανακοινωθέν Ι.Σ.Ι. 16-10-2009, βλ. ό.π. 

[4] Η συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος στους θεολογικούς διαλόγους και στην Οικουμενική Κίνηση - όροι και Προϋποθέσεις, http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/relations/savatos_symmetoxi.html

[5] Ό.π. 

[6] «Καὶ γὰρ διὰ τοῦτό εἰσιν οἱ ἐπίσκοποι καὶ τὰ τάγματα τῶν πρεσβυτέρων καὶ διακόνων διὰ τὸ διδάσκειν τὸν λαὸν τὸ πῶς δεῖ πιστεύειν͵ καὶ τὸ πῶς εὔχεσθαι. Καὶ γὰρ οἱ φωστῆρες ἐκεῖνοι͵ οἱ ἀληθεῖς ποιμένες καὶ διδάσκαλοι οἱ θεοφόροι͵ οἱ ὁδηγοὶ τῆς σωτηρίας͵ οὐδὲν ἄλλο βιωτικὸν ἐφρόντιζον͵ εἰ μὴ τὸ διδάσκειν τὸν λαὸν τὰ πρὸς σωτηρίαν͵ ὡς κατὰ ἀλήθειαν βουλόμενοι λόγον δοῦναι τῷ Θεῷ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ». Ἁγ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Λόγος ἀποδεικτικός περί τῶν ἁγίων εἰκόνων, PG 95, 329. 

[7] Ακόμα και τα κακόβουλα και επικριτικά σχόλια δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με αντίστροφη πολεμική· η στάση αυτή οδηγεί σε στάσεις και σε τρικυμία στους κόλπους της Εκκλησίας, και προξενεί, κατά τον Μ. Βασίλειο, χειρότερη ζημιά από αυτή των αιρέσεων. Η απουσία της επίσημης θέσης της Εκκλησίας είναι εύλογο να γεννά την απορία έστω για το ποια είναι η ορθόδοξη πίστη και θέση πάνω σε οποιοδήποτε ζήτημα. Αντίθετα, η επίσημη Συνοδική έκφραση της ορθόδοξης πίστης και θέσεως, πληροφορεί τον πιστό λαό του Θεού και αφοπλίζει κάθε τυχόν καχυποψία. 

[8] Η εκκλησιαστική συνείδηση και οι ενδοεκκλησιαστικές φωνές κατέστησαν μη αποδεκτές και κατά συνέπεια άκυρες ακόμα και Συνόδους οι οποίες συνεκλήθησαν με όλα τα χαρακτηριστικά μιας οικουμενικής συνοδου, όπως η εικονομαχική της Ιέρειας και η ενωτική της Φεράρας – Φλωρεντίας, και επέβαλλαν την αναστήλωση των εικόνων κλπ. Ασφαλώς, θα πρέπει να υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο πώς εκφράζεται η εκκλησιαστική συνείδηση και ποιες είναι οι ακραίες και έξω από το πνεύμα της Εκκλησίας φωνές, και ο μόνος τρόπος για την ορθή τους αξιολόγηση είναι η διαρκής επικοινωνία των επισκόπων με το ποίμνιό τους όχι σε θεσμικό αλλά στο πνευματικό πεδίο. Εξάλλου, οι ακραίες αντιδράσεις, η φραστική βία και οι αφορισμοί κατακρίνονται από τους Πατέρες: «Οἱ γὰρ οὕτω γράφοντες͵ ὥστε τὸ τέλος τῶν γραμμάτων αὐτῶν ἐξορισμὸν καὶ ἄλλας τιμωρίας ἔχειν͵ τί ἂν εἶεν οἱ τοιοῦτοι ἢ Χριστιανῶν μὲν ἀλλότριοι͵ διαβόλου δὲ καὶ τῶν ἐκείνου δαιμόνων φίλοι; ». Μέγας Αθανάσιος, PG 25.548-549. 

[9] Γ. Μαρτζέλου, Η επανέναρξη του θεολογικού διαλόγου της Ορθοδόξου με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Το κείμενο της Ραβέννας, users.auth.gr/martzelo/index.files/docs/93.doc, σελ. 21. Ο ίδιος, στο αυτό κείμενο, σχολιάζει ως εξής: «Ωστόσο φρονούμε ότι η διευκρίνιση αυτή είναι τελείως περιττή, γιατί σ’ όλα αυτά τα κείμενα από την αρχή του Θεολογικού Διαλόγου μέχρι σήμερα οι δύο αντιπροσωπείες κατέβαλαν την προσπάθεια να περιγράψουν με τις παραπάνω εκφράσεις τη συνείδηση της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας και όχι τη δική τους εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία, η οποία αναμφίβολα, όπως πιστεύουν και οι δύο πλευρές, αντικατοπτρίζεται στην περιγραφή που επιχειρούν». Ιδιαίτερη πάντως έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι από την ιστοσελίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου που δημοσιεύει Ελληνική μετάφραση του κειμένου της Ραβέννας, η υποσημείωση απουσιάζει. Βλ. http://www.ec-patr.org/docdisplay.php?lang=gr&id=848&tla=gr

[10] Βλάσιος Ι. Φειδάς, Η παπική Εγκύκλιος Ut Unum Sint και ο Διάλογος Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Ανάτυπον εκ του περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» Έτος ΟΒ' (1995), σσ. 585-87, 615-17, 660-63. http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/feidas.html . Στη συνέχεια, ο κ. Φειδάς προβαίνει στις εξής διαπιστώσεις: «Εν τούτοις, θα μπορούσε να υποθέση κανείς ότι η παπική Εγκύκλιος δεν αποκλείει μία διπλή ερμηνεία του παπικού πρωτείου, αφ' ενός μεν υπό την προβαλλόμενη και στην παπική Εγκύκλιο γνωστή ρωμαιοκαθολική θεωρία, αφ' ετέρου δε υπό τα κανονικά κριτήρια της κανονικής παραδόσεως της πρώτης χιλιετίας. Αυτό θα σήμαινε ότι το παπικό πρωτείο υπό την πρώτη μορφή θα παρέμενε αναλλοίωτο στην εσωτερική λειτουργία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ενώ το παπικό πρωτείο υπό την κανονική του μορφή θα ίσχυε στη λειτουργία των σχέσεων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας με την Ορθόδοξη Εκκλησία και με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες. Ωστόσο, η διπλή ερμηνεία του παπικού πρωτείου δεν θα ήταν σύμφωνη προς τα κανονικά κριτήρια της πρώτης χιλιετίας, τα οποία προβάλλονται με χαρακτηριστική έμφαση στην παπική Εγκύκλιο ως η μόνη αστασίαστη ή παραδεκτή κανονική βάση για την άρση του σοβαρού εμποδίου στην κοινή πορεία προς την αποκατάσταση της εκκλησιαστικής κοινωνίας». 

[11] Tomus ad Antiochenos, PG 26.805 

[12] Δελτίο Τύπου της Δεύτερης τακτικής Συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (8/10/2014). http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/holysynod.asp?id=1877&what_sub=d_typou

[13] «Ἐπεὶ οὖν ἐν τοῖς προγεγραμμένοις προσώποις τὸ πᾶν πλῆθος ἐθεώρησα ἐν πίστει καὶ ἠγάπησα͵ παραινῶ͵ ἐν ὁμονοίᾳ θεοῦ σπουδάζετε πάντα πράσσειν͵ προκαθημένου τοῦ ἐπισκόπου εἰς τόπον θεοῦ καὶ τῶν πρεσβυτέρων εἰς τόπον συνεδρίου τῶν ἀποστόλων͵ καὶ τῶν διακόνων τῶν ἐμοὶ γλυκυτάτων πεπιστευμένων διακονίαν Ἰησοῦ Χριστοῦ ὃς πρὸ αἰώνων παρὰ πατρὶ ἦν καὶ ἐν τέλει ἐφάνη». Αγ. Πολυάρπου Σμύρνης, Επιστολή προς Μαγνησιείς κεφ. 6, Sources chrétiennes 10, Paris, Cerf, 1969. 

[14] «Τοὺς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τὸν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καὶ ἠγεῖσθαι αὐτὸν ὡς κεφαλήν, καὶ μηδὲν τι πράττειν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης· ἐκεῖνα δὲ μόνα πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καὶ ταῖς ὑπ᾿ αὐτὴν χώραις. Ἀλλὰ μηδὲ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γὰρ ὁμόνοια ἔσται, καὶ δοξασθήσεται ὁ θεός, διὰ Κυρίου, ἐν ἁγίῳ Πνεύματι· ὁ Πατήρ, καὶ ὁ Υἱός, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα». 

[15] « En effet, la plénitude de l' expèrience de chaque Eglise locale révèle l' unité du corps ecclésial universel. De même l' identité d' experience du corps ecclésial déeveloppé dans le monde entier certifie l' authenticité de la tradition apostolique dans chaque Eeglise locale. Cette périchorèse entre localité et universalité ne constitue certes pas une sorte de rapport horizontal des parties à la totalité, mais un rapport ontologique entre totalités plénières, puisque le Christ lui-même est entier dans le tout et entier dans une partie, de sorte à constituer la plénitude de tous les corps ecclésiaux locaux». Vlassios Phidas, Droit Canon - une perpective Orthodoxe, Centre Orthodoxe dy Patriarchat Oecuménique, Chambésy, Genève 1998, p. 149. 

[16] Ακόμα και τα «διοικητικά» θέματα που ρυθμίζουν οι Ιεροί Κανόνες έχουν την αναφορά τους στην Ευχαριστία· ορίζουν δηλαδή ποιος έχει την αρμοδιότητα να επιτελεί ή να συμμετέχει στην Θεία Λειτουργία, ποιος και για ποιους λόγους στερείται του δικαιώματος να ιερουργεί (καθαίρεση) ή να μετέχει σε αυτήν (αφορισμός) κλπ. 

[17] Η προσπάθεια εκ μέρους των Ρωμαιοκαθολικών συντακτών του κειμένου της Ραβέννας να προσδώσουν Ευχαριστιακό χαρακτήρα στο ρόλο του πρώτου στο συνοδικό και στο οικουμενικό επίπεδο αντανακλά και προοιωνίζει και τις προθέσεις τους. Ίσως ακούγονται υπερβολικές οι φωνές που λένε ότι με το κείμενο αυτό και με όσα θα το ακολουθήσουν, προωθείται μια ένωση κατά τα πρότυπα της Ουνίας. Είναι τυχαίο το γεγονός, ότι ένας εκ των Ρωμαιοκαθολικών συντακτών του κειμένου της Ραβέννας, αμέσως μετά χειροτονήθηκε ουνίτης επίσκοπος, και μάλιστα ο πρώτος ουνίτης επίσκοπος στην Ελλάδα; 

[18] Προς αποφυγήν οιασδήποτε παρεξηγήσεως, η σύνταξη και η δημοσίευση του παρόντος κειμένου τυγχάνει της ευλογίας του επισκόπου και πνευματικού πατρός του γράφοντος.



Για προβολή και εκτύπωση της εργασίας αυτής, πατήστε στον ακόλουθο σύνδεσμο:
https://drive.google.com/file/d/0Bzyx-Q58fSg9cFlyYlFsMTdyTmM/view?usp=sharing


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...