Κυριακή κα' εβδομάδος (2-11-2014)


Τα έργα του νόμου και τα έργα της αγάπης


Γαλ. 2.16-20

Ἀδελφοί εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡμεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπιστεύσαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. 17 Εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. 18 εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. 19 ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. 20 Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ. 


«Ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2.19-20). Με αυτά τα λόγια ο Απόστολος Παύλος συνοψίζει το περιεχόμενο της σημερινής αποστολικής περικοπής, αλλά και ολόκληρης της προς Γαλάτας επιστολής, η οποία αναφέρεται διεξοδικά στην διάκριση ανάμεσα στα έργα του νόμου και στα έργα της χάριτος. Αντιδιαστέλλει δηλαδή τον Μωσαϊκό νόμο της Παλαιάς Διαθήκης με την χάρη της απολυτρώσεως που ο Χριστός προσφέρει σε όλους μας με την Καινή Διαθήκη. Και τούτο, επειδή εκείνη την εποχή είχε προκύψει το ζήτημα εάν οι εξ εθνών χριστιανοί έπρεπε να περιτέμνονται ή όχι, και κατ' επέκταση εάν οι χριστιανοί πρέπει να εφαρμόζουν τον Μωσαϊκό νόμο και σε ποιο βαθμό.


Ο απόστολος Παύλος μάς εξηγεί διεξοδικά πρώτον, ότι στην Παλαιά Διαθήκη είχε σημασία η τήρηση συγκεκριμένων τύπων και πράξεων, επειδή υπήρχε η πεποίθηση ότι με αυτές τις πράξεις οι άνθρωποι καθαρίζονταν από τις αμαρτίες και εξευμένιζαν τον Θεό ή φαίνονταν δίκαιοι και ενάρετοι στα μάτια των ανθρώπων. Αν θυμηθούμε τον Φαρισαίο της παραβολής, θα διαπιστώσουμε αυτή την πεποίθηση, η οποία συχνά οδηγούσε στην αυτοδικαίωση, στον εγωισμό, στην υπερηφάνεια. Έπειτα τονίζει την σημασία της ευεργεσίας του Χριστού στον κόσμο, και ότι δεν δικαιωνόμαστε από μόνοι μας, επειδή τηρούμε τις εντολές του Θεού, αλλά μάς σώζει ο Χριστός, όταν πιστέψουμε σε αυτόν και αναθέσουμε όλη μας την ζωή στα χέρια του. Επομένως, εάν δικαιωθήκαμε εκ πίστεως Χριστού, και όχι εξ έργων αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε ανάγκη τα έργα του εξαγνισμού τα οποία υπαγόρευε ο νόμος. Και τέλος, υπογραμμίζει αντιθετικά ότι εάν θεωρούμε ότι ο Χριστός μάς σώζει και παρά ταύτα έχουμε ανάγκη να τηρούμε τον νόμο, τότε είναι σαν να ομολογούμε ότι ο Χριστός δεν έχει την δύναμη να μάς αποκαταστήσει «εις το αρχαίον κάλλος» και άρα απιστούμε, αδυνατούμε δηλαδή να πιστέψουμε ότι ο Θεός μάς αγαπά τόσο πολύ, που παρέδωσε τον εαυτό του και έπαθε και αναστήθηκε για όλους εμάς.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι μόνοι που κατακρίθηκαν από τον Χριστό ήταν οι καθώς πρέπει Φαρισαίοι, οι υπερήφανοι τηρητές του νόμου, ούτε πάλι ότι ο Κύριος έδειξε τόση συμπάθεια και έλεος στην Χαναναία και στον ληστή και στην πόρνη, που πίστεψαν ότι είναι Υιός του Θεού. Και τα δύο οφείλονται σε όσα εξήγησε πιο πάνω ο Απόστολος, τα οποία δεν είναι άλλο από την διδασκαλία του Χριστού και του Ευαγγελίου στο σύνολό του. Η δικαίωση, δηλαδή η αποκατάστασή μας σε κοινωνία με τον Θεό, δεν είναι αποτέλεσμα των πράξεών μας, αλλά της χάριτος και της άπειρης αγάπης του Θεού. Ίσως αναρωτηθεί κανείς, πώς απορρίπτει τον νόμο, όταν ο Χριστός λέει: «μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι»; (Ματθ. 5.17) Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί ότι αφήνουμε τον νόμο όχι ως κακό ή πονηρό, αλλά ως ασθενή και ατελή, και εφόσον ο νόμος δεν παρέχει δικαιοσύνη, τα έργα του νόμου είναι πλέον περιττά και κατά συνέπεια η προσήλωση στον νόμο αποτελεί ανατροπή του Ευαγγελίου*.

Δηλαδή, τα καλά έργα είναι περιττά; Όχι. Και θέλει προσοχή στο σημείο αυτό, γιατί εδώ έσφαλλε ο Λούθηρος και οι μετά από αυτόν. Τα καλά έργα δεν καταργούνται, αλλά μεταποιούνται μέσα από την χάρη του Χριστού, ο οποίος στην επί του όρους ομιλία, μετά τους Μακαρισμούς, είπε: «οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 5.16) και αμέσως προσέθεσε ότι δεν ήλθε να καταλύσει τον νόμο αλλά να τον τελειοποιήσει. Και απαριθμεί τα καλά έργα ο Κύριος: η πτωχεία του πνεύματος, το πένθος, η πραότητα, η ειρήνη, η ελεημοσύνη, η αναζήτηση της δικαιοσύνης του Θεού, η καθαρότητα της καρδιάς (βλ. Ματθ. 5.3 – 15). Τα καλά έργα δεν αποτελούν σύμφωνα με την διδασκαλία του Χριστού τα μέσα με τα οποία κερδίζουμε την αγάπη του Θεού, αλλά αποδείξεις ότι έχουμε μέσα μας πίστη, ότι ο Θεός μάς σώζει, και αγάπη προς τον Θεό και προς τον πλησίον, και γιαυτό γινόμαστε με τη σειρά μας μιμητές της αγάπης και της φιλανθρωπίας του Θεού.

Αυτό είναι το πλήρωμα του νόμου, το τέλειο της χάριτος του Θεού. Δεν μάς ζητά να κάνουμε έργα για να καθαρίσουμε τον εαυτό μας, ή για να γλιτώσουμε την τιμωρία, ή για να κερδίσουμε τον παράδεισο. Αυτά είναι έργα των ατελών, που δεν έχουν πιστέψει και δεν έχουν βιώσει την αγάπη του Θεού, καθότι «φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ' ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχει, ὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ» (Α' Ιω. 4.18). Η αγάπη του Θεού, επομένως, δεν διώχνει μόνο τον φόβο, αλλά μεταποιεί και την ελπίδα σε βεβαιότητα σωτηρίας και χαρά εν Χριστώ. Γι αυτό και ο Κύριος μάς ζητά να μη κοιτάμε πλέον «πώς θα σώσουμε τον εαυτό μας» - εφόσον δεν σωζόμαστε από μόνοι μας αλλά εκείνος μάς σώζει -, αλλά να στρέψουμε τα έργα μας και την προσοχή μας στην αγάπη προς τον πλησίον. Και όπως ο ίδιος μάς παρέχει δωρεάν τη συγγνώμη και την ευεργεσία της απολυτρώσεως, έτσι κι εμείς με τη σειρά μας να φανούμε αντάξιοι της υιοθεσίας και να γίνουμε φιλάνθρωποι και ευεργέτες προς τους αδελφούς μας, ακόμα και προς εκείνους που μάς εχθρεύονται. Αμήν.

π. Χ.Β.
_______________
* «τό Εὐαγγέλιον ἀνατρέπεται διά τῆς παρατηρήσεως τοῦ νόμου» (PG 61.644)



--- άλλο κήρυγμα στην ίδια περικοπή:  Ο νόμος και η κατά Χριστόν ζωή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...